Τετάρτη, 29 Ιουλίου 2015

Νοέμβριος 2014, τεύχος 4ο


Νοέμβριος  2014, τεύχος 4ο

 

 

Eν Αρχή 

 

Αγαπητοί μας ενορίτες,

 Πριν να αναστήσει ο Χριστός την κορούλα του αρχισυναγώγου Ιαείρου, θεράπευσε κάποια άλλη γυναίκα, που υπέφερε δώδεκα χρόνια από αιμορραγία και είχε ξοδέψει ανώφελα, όλη της περιουσία στους γιατρούς. Την ώρα που ο Χριστός πήγαινε για το σπίτι του Ιαείρου και ο όχλος τον έσπρωχνε και τον πίεζε περικυκλώνοντάς Τον, η άγνωστη αυτή γυναίκα κατάφερε να τον πλησιάσει και με άκρα ευλάβεια να ακουμπήσει την άκρη του ρούχου Του. Την ώρα εκείνη ακριβώς θεραπεύθηκε. Σταμάτησε η αιμορραγία της.

Ο Κύριος στάθηκε και ρώτησε τους μαθητές του «ποιος με άγγιξε;» Κατάπληκτοι εκείνοι τον διαβεβαιώνουν, ότι ο κόσμος κοντεύει να τον συνθλίψει. Ο Διδάσκαλος όμως επιμένει, διότι ένιωσε δύναμη να βγαίνει από πάνω Του. Τη στιγμή εκείνη εμφανίζεται η άρρωστη γυναίκα τρέμοντας, και ομολογεί την αλήθεια. Ο Κύριος τότε την καθησύχασε λέγοντας της «η πίστη σου σε έσωσε…» και έτσι η γυναίκα αυτή απέκτησε την υγεία της. Και τη σωματική και την ψυχική.

 Όλοι για τον Χριστό είχαν έρθει. Και ο όχλος και η άρρωστη γυναίκα. Μόνο αυτή όμως κατάφερε να τραβήξει το βλέμμα και την προσοχή του Χριστού και όχι μόνο αυτό, αλλά και να λάβει αυτό που ζητούσε, την θεραπεία. Αυτό είναι που κάνει τους μαθητές του Χριστού να απορούν. «διδάσκαλε, ο κόσμος σε έχει περικυκλώσει και σε συνθλίβει και εσύ λες, ποιός με άγγιξε;» «αισθάνθηκα…» λέει ο Ιησούς «…ότι βγήκε δύναμη από εμένα»

Ο Χριστός δεν είναι ένας μάγος, ένας θαυματοποιός που κάνει εντυπωσιακά γεγονότα για να αποκτήσει οπαδούς. Ο Χριστός είναι μια πηγή ζωής, διαθέτει μια τεράστια δύναμη: τη θεία χάρη! Δεν τη δίνει όμως με βία, με εξαναγκασμό αλλά αφού Του το ζητήσουμε και γίνουμε κατάλληλοι για να την δεχτούμε. Η άρρωστη λοιπόν γυναίκα είχε ετοιμάσει τον εαυτό της, τον είχε κάνει κατάλληλο για να δεχθεί τις δωρεές του Θεού. Πως; Καλλιεργώντας μέσα της τον φόβο του Θεού, δηλαδή την ευλάβεια και την πίστη.

Έρχομαι τώρα σε εμάς. Εμείς οι Χριστιανοί όταν πλησιάζουμε τον Χριστό -γιατί στην Θ. Λειτουργία ο Χριστός είναι πραγματικά παρών όπως λέμε και στην ευχή: «ο άνω το Πατρί συγκαθήμενος και ώδε ημίν αοράτος συνών» δηλαδή: είναι επάνω στον ουρανό και ταυτόχρονα αόρατα, αληθινά όμως εδώ ενώπιον μας- τις περισσότερες φορές φεύγουμε με άδεια τα χέρια, χωρίς τίποτα να έχουμε καταλάβει από τον Χριστό. Γιατί; γιατί ερχόμαστε σαν τον όχλο, απροετοίμαστοι  και αδιάφοροι. Μιλάμε, συζητάμε, γελάμε (και εμείς οι ιερείς ακόμα)! Αν όμως έχουμε αυτή την πίστη, αυτή την ευλάβεια της ασήμαντης γυναίκας του σημερινού ευαγγελίου και την βαθειά εκζήτηση της Θείας Χάριτος, θα ζήσουμε εμπειρίες μοναδικές. Θα βιώσουμε το θαύμα της παρουσίας του Θεού στη ζωή μας.

 

Αυτή η εικόνα της γυναίκας που με ευλάβεια και πίστη ακουμπά το ρούχο του Χριστού και η άλλη του όχλου, να συνθλίβει, να σπρώχνει τον Χριστό, νομίζω πως πρέπει όλους να μας προβληματίσει. Ας προσπαθήσουμε λοιπόν –και αυτό είναι το μήνυμα του σημερινού ευαγγελίου-  να φεύγουμε από τη Θεία Λειτουργία όχι με άδεια χέρια, αλλά πλημμυρισμένοι με τη Χάρη του Θεού!

 

 π. Τύχων Κουτσοφιός

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Πρωτότυπα άρθρα από τους ενορίτες μας 

 

  Η ΧΑΡΜΟΛΥΠΗ ΤΗΣ ΣΑΡΑΚΟΣΤΗΣ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ

Κατερίνα Μιχαλοπούλου – Θεολόγος, Φιλόλογος

 

Ο Νοέμβρης μήνας προσδοκάται πάντοτε με ιδιαίτερη ανυπομονησία από κάθε πιστό, μια και η χρονική οντότητά του έχει συνδεθεί με την έναρξη της αγίας περιόδου των σαράντα ημερών που προηγούνται μέχρι τη Γέννηση του Θεανθρώπου στις 25 του Δεκέμβρη. Το διάστημα αυτό, όμως,-από τις 15 Νοεμβρίου έως τα Χριστούγεννα- δεν είναι μόνο ο προάγγελος του κορυφαίου γεγονότος αλλά και η αφετηρία μιας  Καινής Κτίσης και ζωής για τους εν Χριστώ μένοντες.

Χαρακτηριστικό είναι ότι παρ΄όλο που προετοιμαζόμαστε για πανηγυρικό εορτασμό, τα συναισθήματα είναι τελείως αντιφατικά μεταξύ τους. Εύκολα αντιλαμβάνεται κάποιος ότι παρά τις προσπάθειες που κάνει για να δημιουργήσει μια χαρμόσυνη ατμόσφαιρα, υπάρχει εντούτοις μια θλίψη, που εξουδετερώνει όλες αυτές τις επιδιώξεις.

Το γεγονός αυτό δεν είναι αφύσικο, εφόσον αποτελεί ένδειξη της ανθρώπινης κατάντιας, της σωματικής και ψυχικής ένδειάς μας, της απομάκρυνσης του ανθρώπου από το συνάνθρωπό του και το Δημιουργό του.

Γι΄αυτό και η ορθόδοξη λειτουργική ζωή δεν κάνει καμία προσπάθεια να αποφύγει την αίσθηση του πόνου και της θλίψης το σαρανταήμερο των Χριστουγέννων. Αντίθετα, βοηθά τον άνθρωπο να γνωρίσει πόσο βαθιά ο πόνος αυτός υπάρχει στην ψυχή του, πόσο επηρεάζει τη ζωή του και να καταλάβει ότι η λύπη και η μοναξιά που νιώθει έχουν σχέση με την αμαρτωλότητά του. Αυτό, εξάλλου, είναι και το νόημα τούτης της «χαρούμενης» Σαρακοστής της Εκκλησία μας, το να εντρυφήσουμε ακόμη περισσότερο στη βιωματική ζωή των θείων δώρων που μας προσφέρει, να εντείνουμε δηλ. την εγκράτεια, τη μετάνοια, τη νηστεία, την προσευχή και κυρίως τη μετοχή μας στο μυστήριο των μυστηρίων ,τη Θεία Ευχαριστία.

Έτσι, όμως, υπάρχει ταυτόχρονα και το θετικό συναίσθημα, η χαρά που πηγάζει από τη χριστιανική αυτή αντιμετώπιση του ψυχικού πόνου και συνδέεται με την προοπτική της γέννησης του Σωτήρα του κόσμου. Ο Λυτρωτής των ψυχών και των σωμάτων θα επισκεφθεί τον πεσμένο, πονεμένο και απομονωμένο «εν σκότει και σκιά» άνθρωπο και θα του προσφέρει τη δωρεά της ελευθερίας και μόνης αληθινής ζωής με μοναδική εγγύηση την αμέριστη πίστη του δημιουργήματος στον Πλάστη του.

«Αυτός που γνωρίζει τον εαυτό του-γράφει ο Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος-γνωρίζει πόσο είναι ξένος από όλα τα επίγεια και αισθάνεται την ανάγκη και την προθυμία να καλλιεργήσει τις σχέσεις του με το Θεό. Όποιος ξέρει τι σημαίνει η θεάρεστος αυτή εορτή και δε μένει στα φαινομενικά της στοιχεία τη  βλέπει σαν ένα μέρος από τα  επουράνια και έχει Χριστούγεννα κάθε ημέρα».

Μόνο έτσι, μετά από εσωτερική ενδοσκόπηση του εαυτού μας, έχει αξία η αναμονή της Γέννησης του προαιώνιου Θεού και  μόνο πνευματικά πορευόμενοι θα μπορέσουμε όντως να γιορτάσουμε  

ΤΟ ΗΡΩΙΚΟ ΠΡΟΤΥΠΟ

        Ειρήνη  Ζαχαριουδάκη-Ψυχολόγος

 

      Ήρωας χαρακτηρίζεται το πρόσωπο που έχοντας έρθει αντιμέτωπο με ένα σοβαρό πρόβλημα, δυσκολία ή σύγκρουση επιδεικνύει αρετές όπως γενναιότητα, ανδρεία, αυτοθυσία, υπερνικά τον εαυτό του και τοποθετεί με ιδιαίτερο ψυχικό σθένος το κοινό συμφέρον ψηλότερα από το ατομικό.

      Τα ηρωικά πρότυπα μπορούν να χρησιμοποιηθούν όχι μόνο ως πληροφορία για την ταυτότητα και τα επιτεύγματα των ηρώων, αλλά και ως μέσο εκπαίδευσης και παρέμβασης με στόχο τη συναισθηματική και ηθική ανάπτυξη των παιδιών. Η ταύτιση με το πρόσωπο του ήρωα οδηγεί στη μίμηση της συμπεριφοράς του και εμπνέει τα παιδιά, αλλά και τους μεγαλύτερους να υιοθετήσουν ανάλογες αξίες και να εκδηλώσουν παρόμοιες συμπεριφορές. Ως εκ τούτου, οι γονείς και οι εκπαιδευτικοί πρέπει να προβάλουν τα παραδοσιακά ηρωικά πρότυπα και να ενθαρρύνουν τα παιδιά στη μελέτη τους, ώστε αυτά να αποτελέσουν μέσο έμπνευσης και ενθάρρυνσης των παιδιών για την προαγωγή της ηθικής τους ανάπτυξης και της υιοθέτησης συμπεριφορών που βασίζονται σε αξίες όπως ο αλτρουισμός, η ευαισθησία στις ανάγκες των άλλων, η τιμιότητα, η γενναιότητα, το ψυχικό σθένος, η υπέρβαση των ορίων του προσωπικού συμφέροντος προς όφελος του κοινωνικού συνόλου. Έτσι, εμπλουτίζεται η προσωπικότητα του παιδιού και χτίζονται υγιείς διαπροσωπικές και κοινωνικές επαφές.

      Επιπλέον, οι ήρωες με την υποδειγματική τους συμπεριφορά αποτελούν υγιή πρότυπα που εμπνέουν, δίνουν ελπίδα και καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό τα ιδανικά μας. Η προσπάθεια των παιδιών να ταυτιστούν μαζί τους όχι μόνο δίνει κίνητρα για βελτίωση της συμπεριφοράς τους, αλλά διδάσκει στα παιδιά να διαχειρίζονται έντονα συναισθήματα, όπως ο φόβος και να τα μετουσιώνουν σε πράξεις ηρωισμού.

      Η αντίληψη περί ηρωισμού έχει δυστυχώς στις μέρες μας διαστρεβλωθεί από τα ΜΜΕ στα οποία καταφεύγουν τα παιδιά ταυτιζόμενα με τους ρόλους-πρότυπα που καθημερινά προβάλλονται, αντί να εμβαθύνουν στα παραδοσιακά ηρωικά πρότυπα και στις αξίες που αυτά αντιπροσωπεύουν. Η αυτοκτονική συμπεριφορά, η παραίτηση, η άρνηση του Θείου δώρου της ζωής, η προσκόλληση στην απόγνωση, το αδιέξοδο και την απελπισία, προβάλλονται μέσα από εφήμερα πρότυπα ως πράξεις ηρωισμού και επισκιάζουν παραδοσιακά διαχρονικές αξίες, που αντέχουν και έχουν δοκιμαστεί στο χρόνο. Έτσι, η προσκόλληση σε είδωλα αντικαθιστά την ταύτιση με τους επιφανείς ήρωες της ιστορίας μας, αλλά και με τους αγωνιστές της καθημερινής ζωής που προσπαθούν ηρωικά να ανταπεξέλθουν στις απαιτήσεις του σύγχρονου βίου, πολεμάνε διαρκώς με τα πάθη και τις αδυναμίες τους και μάχονται καθημερινά στο στίβο της οικογενειακής και κοινωνικής τους ζωής.

      Υπόμνηση ηρωισμού αποτελούν οι παρελάσεις και οι εθνικές εορτές, οι οποίες διαφυλάττουν άσβεστη τη μνήμη των ηρωικών αγώνων για τη διάσωση της εθνικής μας ταυτότητας. Ο παιδαγωγικός τους ρόλος συνίσταται στο γεγονός ότι βοηθούν τα παιδιά να αναπτύξουν το αίσθημα πειθαρχίας και τους διδάσκουν το μεγαλείο της πατρίδας τους, όπου μπορούν να ανατρέχουν και να αντλούν δύναμη και ελπίδα κάθε φορά που δυσκολεύονται, που κλονίζεται η πίστη τους και κινδυνεύουν από ηττοπάθεια και ψυχική εξασθένιση.

      Τέλος, ας αποτελέσουμε κι εμείς, ως γνήσιοι Έλληνες, από το δικό του χώρο ο καθένας, πηγή έμπνευσης για την επόμενη γενιά που τόσο το έχει ανάγκη στη δύσκολη εποχή που ζούμε, ενθυμούμενοι τα λόγια του πατρός Παϊσίου: ΄΄Την Ορθοδοξία μας σαν Έλληνες την οφείλουμε στο Χριστό και στους Αγίους Μάρτυρες και Πατέρες της Εκκλησίας μας. Και την ελευθερία μας στους ήρωες της Πατρίδας μας, που έχυσαν το αίμα τους για μας. Αυτήν την αγία κληρονομιά οφείλουμε να την τιμήσουμε και να την διατηρήσουμε και όχι να την εξαφανίσουμε στις μέρες μας.΄΄

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


 

Ὅταν ἀγαπᾶς τόν Χριστό, παρόλες τίς ἀδυναμίες καί τή συναίσθηση πού ἔχεις γι’ αὐτές ἔχεις τή βεβαιότητα ὅτι ξεπέρασες τόν θάνατο, γιατί βρίσκεσαι στήν κοινωνία τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ.

Τόν Χριστό νά τόν αἰσθανόμαστε σάν φίλο μας. Εἶναι φίλος μας. Τό βεβαιώνει ὁ ἴδιος, ὅταν λέει: «Ἐσεῖς εἶστε φίλοι μου…» (Ἰω. 15,14). Σάν φίλο νά τόν ἀτενίζομε καί νά τόν πλησιάζομε. Πέφτομε; Ἁμαρτάνομε; Μέ οἰκειότητα, μέ ἀγάπη κι ἐμπιστοσύνη νά τρέχομε κοντά του· ὄχι μέ φόβο ὅτι θά μᾶς τιμωρήσει ἀλλά μέ θάρρος, πού θά μᾶς τό δίδει ἡ αἴσθηση τοῦ φίλου. Νά τοῦ ποῦμε: «Κύριε, τό ἔκανα, ἔπεσα, συγχώρεσέ με». Ἀλλά συγχρόνως νά αἰσθανόμαστε ὅτι μᾶς ἀγαπάει, ὅτι μᾶς δέχεται τρυφερά, μέ ἀγάπη καί μᾶς συγχωρεῖ. Νά μή μᾶς χωρίζει ἀπ’ τόν Χριστό ἡ ἁμαρτία. Ὅταν πιστεύουμε ὅτι μᾶς ἀγαπάει καί τόν ἀγαπᾶμε, δέν θά αἰσθανόμαστε ξένοι καί χωρισμένοι ἀπ’ Αὐτόν, οὔτε ὅταν ἁμαρτάνουμε. Ἔχουμε ἐξασφαλίσει τήν ἀγάπη Του κι ὅπως καί νά φερθοῦμε, ξέρομε ὅτι μᾶς ἀγαπάει.

 

Πηγή: (Γέροντος Πορφυρίου, Βίος και Λόγοι, εκδ. Ι. Μ. Χρυσοπηγής Κρήτης)

 

 

Ερμηνεία της θείας Λειτουργίας (5)
ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΤΟΥ ΚΑΒΑΣΙΛΑ

 

Κάλυψη των τιμίων δώρων



Τα όσα ειπώθηκαν και έγιναν πάνω στον Αμνό, για να συμβολίσουν το θάνατο του Κυρίου, είναι απλές περιγραφές και σύμβολα. Ο Αμνός παρέμεινε άρτος, μόνο που τώρα έγινε δώρο αφιερωμένο στο Θεό, και συμβολίζει το σώμα του Χριστού στην πρώτη Του ηλικία. Για αυτό ο ιερέας αναπαριστά τα θαύματα που έγιναν στον νεογέννητο Κύριο στη φάτνη. Βάζει πάνω στον άρτο τον λεγόμενο Αστερίσκο και λέει: «Και να, το αστέρι ήρθε και στάθηκε πάνω από τον τόπο, όπου ήταν το Παιδί» (Ματθ. 2:9). Ύστερα σκεπάζει το Δισκάριο και το Ποτήριο με πολυτελή καλύμματα και θυμιάζει. Γιατί αρχικά ήταν συγκαλυμμένη η δύναμη του Χριστού, μέχρι τον καιρό που Αυτός άρχισε να θαυματουργεί, και ο Θεός Πατέρας έδινε τη μαρτυρία Του από τον ουρανό.


Αφού λοιπόν ολοκληρωθεί η Προσκομιδή, ο λειτουργός έρχεται στο Θυσιαστήριο, στέκεται μπροστά στην αγία Τράπεζα και αρχίζει τη Λειτουργία.

 

 

 

 

ΑΠΟ ΤΟ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ

Ὅταν νιώσεις τὸν πειρασμὸ νὰ βρίσεις, σκέψου ὅτι δοκιμάζεσαι: Θὰ πᾶς μὲ τὸ μέρος τοῦ Θεοῦ, δείχνοντας μακροθυμία, ἢ θὰ τρέξεις πρὸς τὸ διάβολο, δείχνοντας ὀργή; Μὴ χάσεις τὴν εὐκαιρία νὰ διαλέξεις τὴν ἀγαθὴ μερίδα. Γιατί ἢ θὰ ὠφελήσεις καὶ τὸν ἀντίπαλο ἀκόμα μὲ τὸ παράδειγμα τῆς πραότητός σου ἢ θὰ ζημιωθεῖτε κι οἱ δυὸ μὲ τὸν ἐγωισμό σου. Σκέψου ἐπίσης, ὅτι τίποτα δὲν εἶναι ὀδυνηρότερο στὸν ἐχθρὸ ἀπὸ τὸ νὰ βλέπει τὸν ἀντίπαλό του ἀνώτερο ἀπὸ τὶς προσβολὲς ποὺ τοῦ ἔκανε.                                                                                                Σοῦ προκαλεῖ ταραχὴ ἡ κατηγόρια τῆς φτώχιας; Θυμήσου ὅτι «γυμνὸς ἦρθες στὸν κόσμο τοῦτο, γυμνὸς καὶ πάλι θὰ φύγεις» (πρβλ. Ἰὼβ 1:21). Ποιὸς ὅμως εἶναι φτωχότερος ἀπὸ τὸ γυμνό; Ποιός, ἄλλωστε, ὁδηγήθηκε ποτὲ στὴ φυλακὴ γιὰ τὴ φτώχειά του; Δὲν εἶναι ντροπὴ ἡ φτώχεια. Ντροπὴ εἶναι νὰ μὴν ὑποφέρεις μὲ ἀξιοπρέπεια τὴ φτώχεια. Θυμήσου ὅτι ὁ Κύριος «ἦταν πλούσιος κι ἔγινε γιὰ χάρη μας φτωχός» (Β΄ Κορ. 8:9).  Ἀλλὰ κι ἂν ὁ ἀντίπαλός σου σὲ ἀποκαλέσει ἀνόητο καὶ ἀγράμματο, θυμήσου τὶς βρισιὲς τῶν Ἰουδαίων ἐναντίον τῆς ἀληθινῆς Σοφίας: «Εἶσαι Σαμαρείτης καὶ δαιμονισμένος» (Ἰω. 8:48). Ἂν ὀργιστεῖς, θὰ ἐπιβεβαιώσεις τὶς βρισιές. Γιατί τί ὑπάρχει πιὸ ἀνόητο ἀπὸ τὴν ὀργή; Ἂν ὅμως δὲν ὀργιστεῖς, θὰ ντροπιάσεις αὐτὸν ποὺ σὲ βρίζει, δείχνοντας ἔμπρακτα τὴ σωφροσύνη σου.

 

ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΚΑΤΗΧΗΣΗ

 

ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΜΟΣ – ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ

        

Πάντοτε μεν και σε κάθε καιρό, που βρίσκονται οι Χριστιανοί στην εκκλησία, είτε κατά τον Όρθρο, είτε κατά τον Εσπερινό, πρέπει να στέκονται με πολύ φόβο και ευλάβεια, χωρίς να κάνουν καμία αταξία και σύγχυση, ιδιαίτερα όμως και εξαιρετικά κατά την διάρκεια της Θείας και φρικτής Λειτουργίας, διότι κατά την φοβερή ώρα εκείνη ιερουργείται και θυσιάζεται μυστηριωδώς αυτός ο ίδιος ο Υιός του Θεού, και ο άρτος και οίνος μεταβάλλεται και μετουσιώνεται σε αυτό το θεοϋπόστατο σώμα και αίμα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, με την παντοδύναμη χάρη και ενέργεια του Παναγίου και τελεταρχικού Πνεύματος. Και τότε, όλοι μεν όλοι οι χοροί των Αγγέλων, τα πολυόμματα χερουβείμ και τα εξαπτέρυγα Σεραφείμ και όλοι οι χοροί των Αγίων, Προπατόρων, Πατέρων, Προφητών, Αποστόλων, Μαρτύρων, Ιεραρχών, Οσίων και Δικαίων, παραστέκονται με φόβο.

         Όλοι οι χριστιανοί απαιτείται να εικονίζουν τα χερουβείμ και όλα τα τάγματα των Αγγέλων και των Αγίων και παρόμοια να στέκονται και αυτοί με φόβο και τρόμο, απορρίπτοντας από το νού τους κάθε κοσμική μέριμνα.

         Πού είσθε τώρα λοιπόν εσείς οι χριστιανοί, που όταν βρίσκεσθε στην εκκλησία, δεν σκέπτεσθε πως βρίσκεσθε στον ουρανό, αλλά νομίζετε πως βρίσκεσθε στο παζάρι ή στο Θέατρο ή στο χάνι και γι’ αυτό συνομιλείτε μεταξύ σας κατά την διάρκεια της ακολουθίας για κοσμικά και μάταια πράγματα;

         Που είσθε εσείς, που κατά την φρικτή ώρα της θείας Ιερουργίας δεν στέκεσθε με φόβο και ευλάβεια και με ευταξία, αλλά προκαλείτε σύγχυση και ταραχή και κάνετε αταξίες;

         Που είσθε εσείς, που δεν χαμηλώνετε τα μάτια σας, ούτε μαζεύετε τον νού και τους διαλογισμούς σας στην καρδιά σας, όταν προσεύχεσθε στην Εκκλησία, αλλά χάσκοντας βλέπετε εδώ και εκεί, επάνω και κάτω και έχετε τον νού και τους λογισμούς σας σκορπισμένους στα κοσμικά και στα γήινα πράγματα;

         Που είσθε εσείς, όπου όταν δείτε ή ακούσετε καμία αταξία, που γίνεται στην εκκλησία, αμέσως γελάτε και κάνετε και τους άλλους να γελούν;

         Που είσθε εσείς, οι οποίοι, ενώ βρίσκεσθε στην εκκλησία, δεν έχετε αγάπη και ομόνοια μεταξύ σας, αλλά τρέφετε έχθρες και διχόνοιες στην καρδιά σας;

         Άχ! Και που είναι τώρα ένας Προφήτης Μιχαίας, για να κλάψει την ανευλάβεια των σημερινών χριστιανών και να πεί: «Αλλοίμονο, χάθηκε ο ευσεβής από την γή, δεν υπάρχει άνθρωπος που θα κατορθώσει την ευσέβεια;»

 

 

 

 

Πηγή:

Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου, Εκκλησιασμός, Ιερά μονή Αγίου Κοσμά Αιτωλού Αρναία

ΤΑ ΔΙΚΑ ΣΑΣ MAIL

 

"Ο Παναής ο αλειτούργητος και η καμπάνα - Αληθινή ιστορία"

                                                                       

Τά ’μαθες, παππού; Ἀπὸ ’δῶ κι ἐμπρὸς τὰ μαγαζιὰ

θ’ ἀνοίγουν καὶ τὶς Κυριακές.

- Τί λές, παιδάκι μου, στύλωσε μὲ ἀπορία καὶ ἔκπληξη τὰ γεροντικά, θολωμένα ἀπ’ τὰ χρόνια μάτια του πάνω στὸν ἐγγονό του ὁ μπαρμπα-Δημητρός.

- Ναί, παππού, εἶναι ἀπόφαση τοῦ Ὑπουργοῦ.

- Ἄλλο καὶ τοῦτο. Καὶ γιατί αὐτό; Πῶς τοῦ ’ρθε νὰ βγάλει τέτοια ἀπόφαση;

- Εἶναι νόμος τοῦ κράτους, παππού. Κάποιες Κυριακὲς τὸ χρόνο τὰ καταστήματα μποροῦν νὰ παραμένουν ἀνοιχτά, νὰ πηγαίνει ὁ κόσμος νὰ ψωνίζει.

- Δηλαδή, θὲς νὰ πεῖς, θὰ χτυπᾶ ἡ καμπάνα τὸ πρωί, καὶ ὁ κόσμος θὰ βγαίνει γιὰ τὴν ἀγορά;

- Ἔ, κάπως ἔτσι...

Κούνησε τὸ κεφάλι του λυπημένος ὁ γέροντας. Χαμήλωσε κουρασμένο τὸ βλέμμα του, ἔμεινε γιὰ λίγο σκεφτικός, κι ἔπειτα, χωρὶς νὰ τὸ σηκώσει πάλι, μονολόγησε:

- Δὲν πᾶμε καλά. Τὸ λέω ἐγώ. Θὰ μᾶς χάσει ὁ Θεός!

Καὶ βύθισε πιότερο τὸ κεφάλι στὸ στέρνο του.

- Παππού, θυμᾶσαι - τὸν ἔβγαλε ἀπ’ τὸν μελαγχολικό του βυθισμὸ ὁ ἐγγονός - θυμᾶσαι ποὺ ἐρχόμασταν μέρες Πάσχα στὸ χωριό, ὅταν ἤμουν στὸ Δημοτικό, κι ἔτρεχα μὲ τὰ ἄλλα παιδιὰ ποιὸς θὰ χτυπήσει τὴν καμπάνα Μ. Παρασκευή, ὅλη τὴ μέρα πένθιμα, καὶ μετά, τὴν Ἀνάσταση...; Τί γινόταν τότε!... Ἔ, θυμᾶσαι;

- Ἄχ, καλό μου παιδί, ἐσὺ μόνο αὐτὸ θυμᾶσαι! Φυσικὸ εἶναι. Στὴν πόλη μεγάλωσες, δὲ νογᾶς τί θὰ πεῖ ὁ ἦ χος τῆς καμπάνας. Γιὰ μᾶς στὸ χωριὸ τὰ χρόνια ἐκεῖνα ξέρεις τί ἦταν ἡ καμπάνα; Ὅλη ἡ ζωή μας μὲ τὴν καμπάνα κυλοῦσε. Θὲς χαρά, θὲς γάμος, θὲς πανηγύρι, θὲς θλίψη καὶ πένθος, κίνδυνος, φωτιά, μάζωξη τοῦ χωριοῦ στὴν πλατεία, ὅλα μὲ τὴν καμπάνα σημαίνουνταν. Μὲ τὴν καμπάνα τῆς ἐκκλησιᾶς. Καταλαβαίνεις τί θὰ πεῖ αὐ τό; Ἡ ἐκκλησιὰ ἦταν ἡ μάνα μας, καὶ ἡ καμπάνα ἡ φωνή της. Ἔτσι τὴ νιώθαμε, γιόκα μου. Μιλοῦσε ὁ ἦχος της. Μὲ πιάνεις; Μιλοῦσε... Νά, τώρα δά, μοῦ ήρθε στὴ σκέψη καὶ ὁ Παναής...

- Ποιὸς εἶπες, παππού;

- Ξέρεις τί θαῦμα ἔγινε μὲ δαῦτον τὸν ἄνθρωπο, παλληκάρι μου, μὲ τὴν καμπάνα; Σὰν τώρα θυμᾶμαι τὰ λόγια του, ποὺ μᾶς διηγιόταν στὴν πλατεία τοῦ χωριοῦ...

Ὁ Παναής, ποὺ λές, ἦταν φοβερὸς ἄνθρωπος. Ἀγρίμι σωστό. Ἀλειτούργητος καὶ ἀλιβάνιστος. Τσομπάνης πάνω στὸ βουνό, μὲ τὶς στάνες του καταγίνουνταν ὁλοχρονίς. Τὸ πόδι του εἶχε χρόνια ὁλόκληρα νὰ τὸ πατήσει στὴν ἐκκλησιά. «Δὲν πατάω ἐγὼ στὸ μαγαζὶ τοῦ παπᾶ», ἔλεγε. Δὲν ξέρω, κάτι, φαίνεται, παλιά, μιὰ παραξήγηση, κι οὔτε ἀπ’ ἔξω ἀπ’ τὴν ἐκκλησιὰ δὲν ἤθελε νὰ περάσει, ἕνα σταυρὸ νὰ κάνει ὁ βλογημένος! Ἀλειτούργητος χρόνια καὶ ἀκοινώνητος, παιδί μου. Εἶχε ἀγριέψει τὸ πρόσωπό του. Κι ἀπ’ τὴν κοινωνία μέσα ξεχωρίστηκε, σάν - τί νὰ πῶ; - σὰν ἀφορεσμένος ἐκεῖ πὰ στὸ βουνό, ἀλάργα, στὶς στάνες...

Αὐτόν, ποὺ λές, τὸν Παναή, μιὰ μέρα τὸν εἴδαμε στὴν ἐκκλησιά. Κοιταχτήκαμε ἀναμεταξύ μας. Τί ἔπαθε ὁ Παναής; Τὸ κεφάλι χαμηλά, ἀξύριστο, ἄλουστο τὸ πρόσωπό του, κι οὔτε ποὺ τὸ σήκωνε μιὰ στάλα. Κάθισε σ’ ὅλη τὴ Λειτουργία καὶ μετὰ ἔφυγε σὰν κυνηγημένος. Καὶ τὴν ἄλλη φορὰ πάλι, καὶ πάλι. Πρῶτος στὴν ἐκκλησιὰ ὁ Παναής. Ἡμέρεψε τὸ πρόσωπό του. Γιὰ καιρὸ ὅμως δὲ μιλοῦσε. Μιλιά, σοῦ λέω. Ἔπειτα ἀπὸ καιρὸ μᾶς βρῆκε στὴν πλατεία. Τὸν φωνάξαμε γιὰ καφὲ κι ἐκεῖ μᾶς τά ’πε ὅλα.

- Τί εἶπε, παππού;

- Σὰν τώρα θυμοῦμαι τὰ λόγια του: «Τί ’ναι αὐτὸ ποὺ μοῦ γίνηκε, ὠρὲ παιδιά; Δὲν μπορῶ νὰ τὸ γροικήσω. Μπορεῖτε σεῖς νὰ μοῦ τὸ ξηγήσετε; Ἤμαν, μαθές, πάνω κεῖ κι ἔβοσκα τὰ πρόβατα. Ἀπόβραδο, καὶ θὰ τά ’μπαζα σὲ λίγο στὴ στάνη. Ἔκατσα μιὰ στιγμὴ στὸ χορτάρι, ἔτσι φρέσκο πού ’ταν, Ἀπρίλης μήνας βλέπεις. Φύσαε στρωτὸ μαϊστράλι. Πεθαμένους ἀνάσταινε, τέτοια φυσηματιά. Ἔτσι μὲ ’σύχασε αὐτὸ τὸ ἀπόγι καὶ δὲν ἔλεα νὰ σηκωθῶ ἀπ’ ἐκεῖ. Καὶ τότε ἦταν... Ἦρθε στ’ αὐτιά μου ἡ καμπάνα. Ἡ καμπάνα τοῦ ἁϊ-Γιώργη, ἐδῶ, τῆς ἐκκλησιᾶς. Μπὰς καὶ πρώτη φορὰ τὴ γροικοῦσα; Κάθε μέρα δὲ χτύπαγε; Ἔ, σᾶς λέω, πρώτη φορὰ τὴ γροίκησα. Δηλαδή, πῶς νὰ σ’ τὸ πῶ, βάρεσε μέσα μου ὁ χτύπος, κατάλαβες; Τινάχτηκα πάνου. Γιὰ μένα βαράει ἡ καμπάνα, εἶπα. Γιὰ μένα! Τό ’νιωθα αὐτὸ τὸ πράμα, κατάλαβες; Κι ἀμέσως, σάν - τί νὰ πῶ; - σὰ λιβάνι νὰ μοῦ ’ρθε. Ἔπαθα, σοῦ λέω! Μ’ ἔπιασαν τὰ δάκρυα. Γιὰ μένα βαράει ἡ καμπάνα, ἔλεγα, γιὰ μένα! Νά, αὐτὸ ἔπαθα. Μπορεῖς τώρα σὺ νὰ τὸ ξηγήσεις;».

Αὐτὰ εἶπε ὁ Παναής. Καὶ τότε, ποὺ λές, γιόκα μου, σηκώθηκε ὁ γεροντότερος καὶ στάθηκε ἀναμεσό μας κι ἔδωσε ἑρμηνεία: «Αὐτό, χωριανοί, δὲν εἶναι τυχαῖο πράμα. Παναή, αὐτὴ δὲν ἦταν ἡ φωνὴ τῆς καμπάνας. Ἦταν ἡ φωνὴ τοῦ Θεοῦ! Κατάλαβες; Μὲ τὴ φωνὴ τῆς καμπάνας σοῦ μίλησε ὁ Θεός. Σοῦ ’δωσε νόημα ὁ Θεὸς νὰ σὲ μπάσει στὴν ἐκκλησιά. Πῶς σὺ σφυρᾶς καὶ μπάζεις τὰ πρόβατα στὴ στάνη; Ἔτσι καὶ ὁ Θεός.

Τό ’πιασες, Παναή, τὸ νόημα. Τό ’πιασες! Καὶ δὲν εἶσαι τώρα ὁ ἀλειτούργητος καὶ ὁ ἀκοινώνητος. Κατάλαβες, αὐτὸ ἦταν».

 

- Αὐτὸ ἦταν, γιόκα μου. Ἡ καμπάνα! Καὶ τώρα μοῦ λές, θὰ σημαίνει τὴν Κυριακὴ τὸ πρωί, καὶ ὁ κόσμος θὰ βγαίνει στὴν ἀγορὰ γιὰ ψώνια. Ἄχ, καὶ θὰ μᾶς χάσει ὁ Θεός, παλληκάρι μου. Τί νὰ πῶ, δὲν ξέρω...

 

 

Πηγή: Περιοδικό «Ο Σωτήρ» Τεύχος 2003, 15-7-2014

 

 

 

 

ΑΝΤΙ ΕΠΙΛΟΓΟΥ
Επιμέλεια:
Δημήτρης Νέντας - Πρωτοψάλτης

 

Στρατὴς Μυριβήλης

Οἱ παραδόσεις τοῦ Γένους καὶ ἡ δύναμη τῆς Βυζαντινῆς Μουσικῆς

      

   Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, πὼς ὁ αἰώνας ποὺ περνᾶμε εἶναι ἕνας αἰώνας ἀκατανοησίας. Ἂν ἤμουνα ἱστορικός, θὰ τὸν ὀνόμαζα «Αἰώνα τοῦ Βαβέλ». Οἱ ἄνθρωποι ἔχουν μπερδέψει τὸ νόημα τῶν λέξεων, ποὺ ἐπὶ πολλοὺς αἰῶνες ἐξέφραζαν μίαν ὁρισμένη ἔννοια καὶ δὲν γίνεται πιὰ νὰ συνεννοηθοῦν. Ὅλοι κουβαλᾶμε πέτρες γιὰ τὸν νέο πύργο τῆς Βαβέλ, ποὺ εἶναι ὁ μηχανικὸς πολιτισμός μας. Μεγαλοφυὴς καὶ θρασὺς πολιτισμός, ποὺ χτίζει τὸν πύργο του ἐνάντια στὸ Θεό. Τὸν πύργο τὸν πελώριο καὶ τρομερό, ποὺ εἶναι ἕτοιμος νὰ σωριαστεῖ πάνω στὰ ὑπεροπτικὰ κεφάλια τῶν κτητόρων του, καὶ ὅλοι ἀκοῦμε ἀπὸ τώρα νὰ τρίζουν τὰ ἀτσαλένια θεμέλια του. Ζοῦμε σὲ μίαν ἐποχὴ φουρτουνιασμένη ἀπὸ γεγονότα, ἰδέες καὶ πράξεις ἀντιφατικές, ποὺ συνταράζουν τὴν ἀνθρώπινη ψυχὴ καὶ τὴν γιομίζουν πότε μὲ φρίκη καὶ πότε μὲ αὐτοθαυμασμό. Ἡ ζωὴ καὶ ἡ εὐτυχία τῶν ἀνθρώπων εἶναι πιὰ ἕρμαιο καὶ παιχνίδι στὰ χέρια τῶν φοβερῶν δυνάμεων, ποὺ ὁ ἀνθρώπινος νοῦς ἀποσπᾶ μία πρὸς μία ἀπὸ τὸ ἀπέραντο μυστήριο τῆς Δημιουργίας τοῦ Θεοῦ, καὶ στὸ τέλος τὶς ἐξαπολύει ἐνάντια στὴν ἴδια του τὴν ὕπαρξη ...

    Ὑπάρχει στὶς μέρες μας ἔκδηλο ἕνα ρεῦμα ξενομανίας καὶ ἐπίδειξης νεωτεριστικοῦ πνεύματος. Αὐτὸ τὸ ὀνόμασα ἄλλοτε «πανικὸ τοῦ μοντερνισμοῦ». Οἱ ἄνθρωποι ποὺ πάσχουν ἀπὸ αὐτὴν τὴν πνευματικὴ διαστροφή, τρέμουν μήπως περάσουν γιὰ καθυστερημένοι. Καὶ ἐκστασιάζονται πιὰ γιὰ κάθε τί, ποὺ τοὺς παρουσιάζεται ὡς νεωτεριστικό, καὶ παριστάνουν τὸν ἐνθουσιασμένο μπροστὰ σὲ κάθε ἀρλούμπα ἰδεολογικὴ ἢ καλλιτεχνική, ποὺ ἐμφανίζεται σὰν ἄρνηση καὶ σὰν ἐπανάσταση ἐνάντια σὲ κάθε μορφὴ ζωῆς, στοχασμοῦ ἢ τέχνης, ποὺ κινεῖται μέσα σὲ φυσικὲς καὶ ἀνθρώπινες ἀναλογίες.

   Ἀπὸ αὐτοὺς εἶναι καὶ οἱ ἀμόρφωτοι ῥωμηοί, ποὺ ντρέπονται, γιατὶ ἡ θρησκευτική μας μουσικὴ δὲν ἔχει τετραφωνίες, δὲν ἔχει τενόρους καὶ βαρύτονους καὶ μπάσους, δὲν ἔχει κορῶνες, πρίμο, τέρτσο καὶ σεγκόντο, ποὺ εἶναι πράγματα εὐρωπαϊκά. Καὶ βάλθηκαν, οἱ μωροί, νὰ τὴν ἐπισκευάσουν, νὰ τὴν διορθώσουν, νὰ τὴν μοντερνίσουν. Αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, ὅταν δὲν εἶναι ἐπιτήδειοι παγκαροεπίτροποι, ποὺ μασκαρεύοντας τὴν Βυζαντινὴ μουσική, τὸ κάνουν γιὰ νὰ προσελκύσουν τὸ πλῆθος τῶν σνὸμπ στοὺς δίσκους των, (καὶ εἶναι χαρακτηριστικὸ πῶς τὸ ἔκαμε ὁ αἱρετικὸς Ἄρειος, βάζοντας στὶς ἀκολουθίες του «μέλη θυμελικά», δηλαδὴ μουσική του θεάτρου, γιὰ νὰ παρασύρει τοὺς ἐθνικούς, ποὺ τοὺς ἦταν ἀγαπητή) εἶναι συνήθεις τύποι δίχως στέρεη καὶ βαθειὰ ἱστορικὴ καὶ καλλιτεχνικὴ μόρφωση, δίχως καμμιὰ καλλιέργεια τοῦ αἰσθήματος τῆς καλαισθησίας. Δὲν καταλαβαίνουν τὴν ἱεροσυλία ποὺ κάνουν, βάζοντας βέβηλο χέρι πάνω σὲ ἕναν ἱερό, πατροπαράδοτο θησαυρό, ποὺ ὑπάγεται σὲ δικούς του αὐτοτελεῖς καλλιτεχνικοὺς νόμους, γιὰ νὰ τὸν μασκαρέψουν ἢ νὰ τὸν ἀνταλλάξουν μὲ φτηνοπράγματα κακοῦ γούστου. Ὅπως κάνουν οἱ ἐπιτήδειοι γυρολόγοι, ποὺ περιφέρονται στὰ χωριὰ καὶ ἀνταλλάσσουν τὰ βαρειὰ χρυσοΰφαντα πατρογονικὰ ροῦχα μὲ φανταχτερά, χρωματιστὰ φτηνοϋφάσματα τῆς βιομηχανίας, ξεγελώντας τὶς ἁπλοϊκὲς νοικοκυρὲς γιὰ νὰ τοὺς ἁρπάξουν γιὰ ἕνα κομμάτι ψωμὶ τοὺς θησαυροὺς τῆς παλιᾶς ἀρχοντικῆς κασέλας τοῦ σπιτιοῦ. Οὔτε εἶναι ἱκανοὶ νὰ καταλάβουν αὐτοὶ οἱ ἐπικίνδυνοι μοντερνιστὲς τὴ βιολογικὴ σχεδὸν δύναμη, ποὺ ἔχει ἡ παράδοση πάνω στὴ συνέχεια καὶ τὴ διατήρηση τῆς ἐθνικῆς ζωῆς. Καὶ θεωροῦν γιὰ ἠλίθιο ἔξαφνα τὸν ἀγγλικὸ λαό, ποὺ κρατᾶ μὲ πάθος τύπους καὶ παραδόσεις, ποὺ δὲν ἔχουν κἂν σήμερα κανένα νόημα σχετικὰ μὲ τὴν σύγχρονη ζωὴ τοῦ Ἀγγλικοῦ ἔθνους, κρατᾶνε ὅμως μέσα τοὺς ἄγρυπνο τὸ νόημα τῆς μεγάλης ἱστορίας του, τῆς ὁποίας ἁπλὰ καὶ ὁρατὰ μαρτύρια καὶ σύμβολα εἶναι αὐτὲς οἱ περοῦκες, αὐτὲς οἱ μεσαιωνικὲς στολές, αὐτὰ τὰ ἀναχρονιστικὰ ἔθιμα.

   Κι ἐμεῖς ἔχουμε, ὄχι πιὰ σὰν μουσειακὸ ὑλικό, ὁλοζώντανο θησαυρὸ στὸ στόμα καὶ στὴν καρδιὰ τῶν ἑκατομμυρίων Ἑλλήνων, τὰ ἱερὰ τροπάρια. Τροπάρια ποὺ τὰ ἔγραψαν, τὰ μελοποίησαν καὶ τὰ ἔψαλαν μέσα στὴν Ἁγιὰ Σοφιὰ μεγάλοι ποιητὲς καὶ μουσικοσυνθέτες, ποὺ ἀνάμεσά τους ἦταν ἀκόμη καὶ αὐτοκράτορες καὶ πρωθυπουργοὶ τοῦ Βυζαντίου, οἱ ὁποῖοι τὰ ἔψελναν ἔτσι μαζὶ μὲ τὸν λαό. Ἔρχονται οἱ βραδιὲς τῶν Χαιρετισμῶν, ἔρχονται οἱ νύχτες τῆς ἑβδομάδας τῶν Παθῶν, καὶ οἱ ἐκκλησίες δὲν χωρᾶνε τοὺς ὀρθοδόξους, ποὺ ψάλλουν μαζὶ μὲ τοὺς αὐτοκράτορες τοὺς ἴδιους στίχους, τὴν ἴδια μουσική, τὰ ἴδια «τραγούδια τοῦ Θεοῦ», ὅπως τὰ ἔλεγε ὁ Παπαδιαμάντης, μὲ τὸν ἴδιο τρόπο, ποὺ μᾶς παράδωσαν στοματικὰ ὅλες οἱ γενεὲς τῶν φτωχῶν καὶ ἁπλοϊκῶν ψαλτάδων ἀπὸ τὰ χρόνια τοῦ Βυζαντίου ὡς τὰ χρόνια μας.

   Αὐτὴ τὴ μουσικὴ παράδοση, τὴν ἱερὴ καὶ πανάρχαιη, ἀγωνίζονται νὰ διασπάσουν, νὰ παραποιήσουν οἱ διάφοροι ἀνόσιοι καὶ ἄμουσοι κανταδόροι, ποὺ ἀκούγονται, δυστυχῶς ἀκόμα νὰ παρεμβάλλουν τὶς φωνητικὲς ἐπιδεικτιάσεις τοὺς ἀνάμεσα στοὺς σεμνοὺς ὕμvoυς τῆς λειτουργίας σὲ μερικοὺς ναοὺς τῆς Ἀθήνας. Τοὺς ἀκοῦν ἀπὸ τὸ ραδιόφωνο καὶ τὰ φτωχὰ χωριὰ τῆς ἐπαρχίας, ποὺ ἔχουν ὡς πρότυπο καλαισθησίας τὴν Ἀθήνα, καὶ ἀρχίζουν νὰ πιστεύουν πὼς εἶναι πολιτισμὸς αὐτὴ ἡ γελοιοποίηση τῆς Βυζαντινῆς μουσικῆς, ὅταν παρουσιάζεται μέσα στὸν ἱερὸ χῶρο τῆς προσευχῆς, κουνώντας τοὺς τετραφωνικοὺς φραμπαλάδες της πάνω ἀπὸ τὰ σεμνὰ καὶ μεγαλοπρεπῆ της ἄμφια.

   Ἐκεῖνο ποὺ θέλω νὰ προσθέσω σὰν κατακλείδα, εἶναι τοῦτο. Τὸ θέμα δὲν εἶναι ἂν ἡ ἐθνικὴ θρησκευτική μας μουσικὴ εἶναι καλὴ ἢ κακή. Τὸ θέμα εἶναι ἂν οἱ ἐκτελεστές της εἶναι καλοὶ ἢ κακοὶ ψάλτες. Διότι καὶ ὁ Μπετόβεν στὰ χέρια μιᾶς πρωτάρας πιανίστριας εἶναι ἀνυπόφορος. Πρέπει, λοιπόν, νὰ ἐξαναγκάσουμε, ἐμεῖς οἱ χριστιανοί, τοὺς διάφορους ναούς, νὰ ἀποκτήσουν ἀληθινές, μόνιμες χορωδίες ἀνδρικῶν καὶ παιδικῶν φωνῶν. Καὶ νὰ τὸ καταλάβουν, καταλάβουν καλά, πὼς ἡ Βυζαντινὴ μουσικὴ εἶναι μονοφωνικὴ ἡ ὁμοφωνικὴ ὅπως ἡ ἀρχαία καὶ ὅπως ἡ δημοτική μας μουσική (...)

 

Πηγή:(Ἡ Ἑλληνικὴ Παράδοση – Γ´ ἔκδοση. Συλλογικὸς Τόμος ἐκδόσεων ΕΥΘΥΝΗ)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου