Τετάρτη, 29 Ιουλίου 2015

Απρίλιος 2015, τεύχος 9ο


Απρίλιος 2015, τεύχος 9ο

 

 
EN APXH

Αγαπητοί μας ενορίτες,

 

Την Κυριακή των Βαΐων, τη μεγάλη αυτή και χαρμόσυνη ημέρα θυμόμαστε την θριαμβευτική είσοδο του Χριστού στα Ιεροσόλυμα, ως βασιλιά και νικητή. Τι σημαίνει για εμάς σήμερα αυτή η γιορτή;

 Κάθε χρόνο τέτοια μέρα η εκκλησία μας δίνει να κρατήσουμε τα Βάγια  των φοινίκων μαζί με κλαδιά ελιάς.  Βάγια φοινίκων γιατί υποδεχόμαστε το Χριστό ως νικητή. (Τα βάγια είναι σύμβολο της νίκης) και κλαδιά ελιάς επειδή ζητάμε από το Χριστό έλεος, ζητάμε βοήθεια. (Η ελιά είναι σύμβολο του ελέους, όπως εξηγεί ο Αββάς Δωρόθεος) Βλέπετε το καθετί που κάνουμε μέσα στην εκκλησία έχει νόημα. Συνεπώς όταν κρατάμε στα χέρια μας τα βάγια και τα κλαδιά ελιάς, σημαίνει ότι βασιλιάς μας είναι ο Χριστός. Αν ακόμα δεν κάναμε το Χριστό Βασιλιά μας, κέντρο τη ζωής μας, μάταια κρατάμε στα χέρια μας τα βάγια, μάταια τα παίρνουμε στο σπίτι μας. Τα βάγια δεν είναι ένα μαγικό κλαδί που αν πάρουμε στο σπίτι θα μας φέρει τύχη, θα μας χαρίσει υγεία και ευημερία. Τα βάγια είναι για να μας θυμίζουν την υπόσχεση που δώσαμε στο βάπτισμά μας ότι πλέον ανήκουμε στο Χριστό, ότι συνταχθήκαμε με το Χριστό, ότι ανήκουμε στη δική Του Βασιλεία. Γιαυτό και με τα βάγια στα χέρια τελέσαμε τη Θ. Λειτουργία, γιατί  τι είναι η Θ. Λειτουργία; είναι η φανέρωση της βασιλείας του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Η Θεία Λειτουργία είναι η παρουσία του Χριστού και της βασιλείας Του[1]. 

Το δεύτερο που θα ήθελα να κρατήσουμε από την εορτή αυτή είναι το γεγονός ότι όλα στη ζωή είναι περαστικά. Ακούσαμε στο σημερινό ευαγγέλιο το λαό να επευφημεί το Χριστό να του φωνάζει το «Ωσαννά»! ο Χριστός όμως ταπεινά προχώρησε το δρόμο Του. Δεν παρασύρθηκε από αυτό τον επιπόλαιο ενθουσιασμό του λαού. Πράγματι σε λίγες μέρες τα «Ωσαννά» έγιναν «άρον, άρον σταύρωσον αυτό». Έτσι και σε εμάς θα συμβαίνουν γεγονότα πότε ευχάριστα, πότε δυσάρεστα. Μην μένουμε σε αυτά. Ούτε στις στιγμές της ευτυχίας, της επιτυχίας, της καταξίωσης, να χάνουμε το προορισμό μας, ούτε όμως και στις στιγμές της δοκιμασίας και του πόνου να γονατίζουμε και να απογοητευόμαστε.                                                                Με αυτά τα μηνύματα ας πορευθούμε προς την Μεγάλη Εβδομάδα και το Άγιο Πάσχα.

 

Καλή Ανάσταση σε όλους!       

π. Τύχων Κουτσοφιός

 

 

 

 

 

Θεολογικές προσεγγίσεις

Κατερίνα Μιχαλοπούλου – Θεολόγος, Φιλόλογος

 

 

              

ΒΑΪΟΦΟΡΟΣ ΕΒΔΟΜΑΔΑ: Η ΣΤΑΥΡΩΣΗ ΤΗΣ «ΕΝΣΑΡΚΗΣ ΑΓΑΠΗΣ»

 

Η Εβδομάδα η Μεγάλη των Παθών του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού  είναι το αποκορύφωμα της Μ. Σαρακοστής, ένεκα του ότι αποτελεί την αφετηρία μίας νέας ζωής της οποίας οι παλμοί χτυπούν αδιάκοπα στους αιώνες.

Αυτό φαίνεται ήδη από την Κυριακή των Βαΐων, που μας θυμίζει την είσοδο του Κυρίου στα Ιεροσόλυμα ,όταν για μια και μοναδική φορά, Εκείνος θα φανεί σαν τον βασιλιά τον οποίο προσμένει ο αδικημένος εβραϊκός λαός, ώστε να γιορτάσει χαρούμενος το δικό του Πάσχα.

Και να! Μπαίνει στην πόλη που όφειλε να γίνει θρόνος Του κι αντί για τούτο έγινε τάφος Του ,όχι πεζή όπως άλλοτε, αλλά σε υποζύγιο για να συμβολίσει την ταπείνωση και την πραγματική ειρήνη, την εσωτερική σε κάθε άνθρωπο, επιτρέποντας να καταδικαστεί ως κατάδικος από τους Ρωμαίους στρατιωτικούς του Καίσαρα και να σταυρωθεί από τους «τυφλωμένους» ιερείς του Θεού. Η αφορμή αυτή είχε δοθεί από τον καταγγελτικό λόγο που είχε ξεστομίσει προς το Συνέδριο των Γραμματέων και των Φαρισαίων «oυαί υμίν Γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριταί…» και από την εύσχημη δικαιολογία του αρχιερέα Καϊάφα ότι έπρεπε να χαθεί ένας για το συμφέρον όλου του έθνους.

Το παζλ του ατομισμού και της ανανδρίας έρχεται να συμπληρώσει και η προδοσία, μια και αυτά είναι έννοιες αλληλένδετες μεταξύ τους. Ο Ιούδας, ένας από τους δώδεκα μαθητές έγινε το όργανο του διαβόλου - «ο Σατανάς εισήλθεν εις αυτόν» στην κυριολεξία - αφού τα τριάντα αργύρια είναι ένα απειροελάχιστο ποσό ακόμα και για έναν φιλοχρήματο.

Ο Θεάνθρωπος, όμως, δεν θα εξαιρέσει ούτε και τον κακούργο, όταν την παραμονή του θανάτου Του θα κάνει μια προεικόνιση του συμποσίου της Βασιλείας Του. Στην τράπεζα του Δείπνου που παραθέτει για τελευταία φορά προς τους μαθητές Του κρατάει την τάξη του αρχαίου, κόβει ευλογεί και μοιράζει το ψωμί. Η διαφορά έγκειται στη φοβερή αλήθεια που αποκαλύπτεται στα μάτια τους: «Λάβετε φάγετε τούτο εστί το σώμα μου το υπέρ ημών κλώμενον... Πίετε εξ΄αυτού πάντες τούτο εστί το αίμα μου…».

Ο Ιούδας, λοιπόν, έφαγε και ήπιε όπως όλοι οι άλλοι, αλλά δεν ένιωσε την ανάγκη να πέσει στα πόδια του Κυρίου Του, του μόνου φίλου που του είχε απομείνει και να εξομολογηθεί. Έτσι, ο προδότης, μετά από το «ιδού η χειρ του παραδίδοντος με» που ανεφώνησε ο Ιησούς, έφυγε στιγματισμένος από όλους για να τελειώσει τη δαιμονική του ενέργεια, ενώ ο Διδάσκαλος έψαλε προφητικά ο ίδιος τον ιερό ύμνο του Χαλελήλ, τον επικήδειο Του πριν κατέβει στον τάφο. Αργότερα, αποσύρεται με τους μαθητές στον κήπο των Ελαιών για να προσευχηθεί ζητώντας να αγρυπνήσουν μαζί Του, πράγμα όμως ανέφικτο, αφού αυτοί παρά τις επιπλήξεις Του, θλιμμένοι και αδύναμοι, αποκοιμώνται.

Βέβαια, ο Χριστός μας ξέρει πως δεν μπορεί να βασίζεται στον ανθρώπινο παράγοντα και για αυτό πλέον στρέφεται αποκλειστικά στον ουράνιο Πατέρα. «Πάτερ μου, ουχ ως εγώ θέλω, αλλ΄ως εσύ». Η ταύτιση αυτή του ανθρώπινου με το θείο θέλημα φαίνεται πλέον σε όλες τις εκδηλώσεις του Κυρίου, καθώς με γαλήνη, όχι όμως και χωρίς πίκρα, δέχεται το προδοτικό φιλί του Ιούδα ο οποίος οδηγεί τον όχλο έτσι ώστε να διαπράξει τη σύλληψη του Λυτρωτή των όλων. Για τούτο, καταδικάζει και το ανώφελο κίνημα του Πέτρου να κόψει το αυτί ενός στρατιώτη, πόσο μάλλον προγνωρίζοντας με πόνο ότι ο Πέτρος, ο αγαπημένος μαθητής του Κυρίου, θα αποδειχθεί ο αφελής καταδότης της υπόθεσης, διότι παρά τη μεγαλόστομη απάντησή του «καν δέη με συν σοι αποθανείν ου μη σε απαρνήσομαι, Κύριε» μετά την τριπλή, ασυνείδητή του προδοσία τραγικοποιεί ασύγκριτα το Θείο Δράμα.

Ο Κύριος ημών δικάζεται στην πιο ανέντιμη και καπηλευμένη δίκη των αιώνων από τον κακόβουλο αρχιερέα Καϊάφα που χάρις στους ψευδομάρτυρες αλλά και την ιδιότητα του προεδρεύοντος η γνώμη του υπερισχύει ως προς αυτή των διαφωνούντων. Ο Θεάνθρωπος, φυσικά, προφέρει ο ίδιος την καταδίκη Του «εγώ ειμί και όψεσθε τον Υιό του Ανθρώπου εκ δεξιών καθήμενον της δυνάμεως…», όταν ο Καϊάφας τον ρωτά «ει συ ο Χριστός, ο Υιός του Θεού».

Μετά από αυτή την απάντηση, ο αρχιερέας υποκρινόμενος φρίκη για τη δήθεν βλασφημία, παραδίδει τον Κύριο στον ηγέτη της Ιουδαίας, τον Πιλάτο που γρήγορα διαψεύδεται ότι έχει να κάνει με μια ακόμα υπόθεση ρουτίνας ενός «τρομοκράτη» εναντίον των ρωμαϊκών αρχών και αντιλαμβανόμενος το άδικο της θανατικής ποινής ρωτά το Χριστό για τις «πολιτικές του θέσεις». Ο Ιησούς δε θέλει, βέβαια, να διαφύγει το θάνατο σκέφτεται, όμως, και την τελευταία στιγμή να κατηχήσει αυτόν τον ειδωλολάτρη. Του απαντά λοιπόν: «Η Βασιλεία η εμή ουκ έστιν εκ του κόσμου τούτου». Μα ο Πιλάτος είναι τυφλός και υποτάσσεται στο «άρον, άρον σταύρωσον αυτόν» του όχλου θαρρώντας ότι είναι αθώος από άδικο αίμα, καθώς ξεπλένει τα χέρια του με νερό το οποίο, όμως, είναι θολό και καταραμένο, αφού δε δύναται να καθαρίσει τις κηλίδες του Θείου Αίματος.

 Έτσι, Παρασκευή πρωί του εβραϊκού Πάσχα ο Θεάνθρωπος οδηγείται στο λόφο του Γολγοθά και σταυρώνεται. Τα γεγονότα που ακολούθησαν, συγκλονίζουν διαχρονικά κάθε πιστό με αποκορύφωμα τα αξέχαστα λόγια «Πάτερ, άφες αυτοίς, ου γαρ οίδασι τι ποιούσι». Κανείς ως τώρα δε φανταζόταν πως θα έπρεπε να ζητάμε συγχώρεση για τους φονιάδες μας. Στις τελευταίες Του στιγμές έκλεισε με αυτά τα λόγια τη θεία και υπεράνθρωπη διδασκαλία Του, την πιο θερμή ικεσία που υψώθηκε ποτέ από τη γη στον ουρανό, την προσευχή του Σαρκωμένου Λόγου, της «ένσαρκης αγάπης» προς το Θεό-Πατέρα όλων μας. Με ανθρώπινη λεπτότητα, επίσης, διασφάλισε και την οικογενειά Του τη Μητέρα Του αλλά και τον προστατευόμενο μαθητή Του Ιωάννη σε κοινή πορεία βίου και με θεϊκή μεγαλοπρέπεια «ανοίγει» τις πύλες του Παραδείσου για τον πρώτο άγιο τον μετανοούντα εκ δεξιών Του ληστή.

Έτσι, ο Χριστός πέθανε πάνω στο Σταυρό και ενεταφιάσθη όπως θέλησαν οι άνθρωποι, όπως ο Υιός δέχτηκε και όπως ο Πατήρ ευδόκησε κηρύττοντας όχι μόνο με λόγια ποιητικά αλλά και με την ίδια Του τη ζωή την τελεία αγάπη την οποία αν ακολουθήσει καθένας μας, θα ανασυρθεί από τη μέθη της αποστασίας στη μέθη της αγιότητας, από τη φαινομενική ζωή, που είναι θάνατος, στην αθανασία της Βασιλείας του Θεού.  

 

«ΚΑΛΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ!»

 

 

 

 

 

 

 

 

                 EΠΙΚΑΙΡΟΙ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΙ
                          Επιφάνιος Στόκος – Θεολόγος,  ιεροψάλτης
 

Η Θεία Λατρεία και η αιώνια Ζωή.

Η Λατρεία προς τον Θεό και η αιωνιότητα είναι δύο έννοιες, οι οποίες ως προς το περιεχόμενό τους ταυτίζονται απόλυτα. Ο σκοπός της Θείας Λατρείας είναι η ανάκτηση των προπτωτικών δωρεών και η απόλαυση των αιωνίων αγαθών. Αυτό ακριβώς μας υπενθυμίζει η Εκκλησία με την λειτουργική της πράξη. Κάθε Κυριακή είναι ημέρα Ανάστασης αλλά και κάθε Θεία Λειτουργία είναι εικόνα και προτύπωση της Βασιλείας των ουρανών διότι μεταλαμβάνουμε το Σώμα και το Αίμα του Αναστηθέντος Χριστού. Η έννοια της αιώνιας προοπτικής είναι διάχυτη στις ευχές της Εκκλησίας και στις λειτουργικές ακολουθίες της.       Από την εποχή της Παλαιάς Διαθήκης είχε ορισθεί το όνομα κάθε νεογέννητου παιδιού να δίνεται την όγδοη ημέρα. Αυτό έχει διατηρηθεί μέχρι και σήμερα όπου κανονικά θα πρέπει να δίνεται όνομα στο νεογέννητο παιδί την όγδοη ημέρα από την γέννησή του. Κακώς έχουμε συνδέσει το μυστήριο του Βαπτίσματος με την ονοματοδοσία. Το Βάπτισμα μας απαλλάσσει από το προπατορικό αμάρτημα και μας καθιστά ενεργά μέλη της Εκκλησίας. Τι συμβολίζει η όγδοη ημέρα; Η όγδοη ημέρα συμβολίζει την αιωνιότητα. Η εβδομάδα έχει επτά ημέρες και ακόμα ο αριθμός της πληρότητας είναι πάλι ο αριθμός επτά. Επομένως έπρεπε με κάποιο τρόπο να εκφράσουμε την υπέρβαση προς το αιώνιο που βρίσκεται πέραν αυτού του κόσμου. Αυτή είναι η όγδοη ημέρα. Την όγδοη ημέρα από την γέννηση διαβάζουμε μεταξύ άλλων στην Εκκλησία την εξής ευχή της ονοματοδοσίας:  «…Καὶ δός, Κύριε, ἀνεξάρνητον μεῖναι τὸ ὄνομά σου τὸ ἅγιον ἐπ᾿ αὐτόν … ἐν τῇ βασιλείᾳ σου». Το όνομά μας λοιπόν, θα μας συνοδεύει και στη Βασιλεία των ουρανών. Και στο μυστήριο της Βάπτισης υπάρχει μία ευχή που κανονικά διαβάζεται την όγδοη ημέρα από την τέλεση του μυστήριου. Αυτή είναι η ευχή της απολούσεως όπου μεταξύ άλλων διαβάζουμε: «…ἀξίωσον αὐτόν (αὐτήν) εἰς τὴν ζωὴν τὴν αἰώνιον, καὶ εἰς τὴν σὴν εὐαρεστίαν».                                                                     Σήμερα η ευχή αυτή έχει μεταφερθεί προς το τέλος της ακολουθίας του μυστηρίου του Βαπτίσματος, ωστόσο και εδώ συναντάμε την εικόνα της Βασιλείας των ουρανών. Ευχή κατά την όγδοη ημέρα υπάρχει και στο μυστήριο του Γάμου ( Ευχή λύσεως των στεφάνων). Εκεί διαβάζουμε τα εξής μεταξύ άλλων: «…ἀνάλαβε τοὺς στεφάνους αὐτῶν ἐν τῇ Βασιλείᾳ σου, ἀσπίλους καὶ ἀμώμους καὶ ἀνεπιβουλεύτους διατηρῶν εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.» Και εδώ μας δίνεται η προοπτική της ουράνιας Βασιλείας. Ο Χριστιανός αυτό ακριβώς καλείται να πράξει. Να γίνει Ουρανοπολίτης. Να ζει υπό το πρίσμα και την προοπτική της Αναστάσεως – υπό του Φωτός του ουρανού. Να βιώσει ουσιαστικά και οντολογικά την Ανάσταση του Ιησού Χριστού στην ζωή του και στην καθημερινότητά του. Εξάλλου την Ανάσταση Του την βιώνουμε διαρκώς, μας το διαβεβαίωσε και ο Ίδιος: «ἀλλ' ἔρχεται ὥρα, καὶ νῦν ἐστιν». ( Ιωάνν. 4, 23).

 

 

 

 

 

 

 

 

   
Άγιοι σε νεαρή ηλικία
πρότυπα για τους σύγχρονους νέους
 
Επιμέλεια: Βαγγέλης Αργυρός
 Φοιτητής του τμήματος Ιστορίας του πανεπιστημίου Αθηνών

 

Η Αγία Ελένη του Πόντου

 

Η Παρθενομάρτυς του Χριστού Αγία Ελένη ήταν κόρη της ευσεβούς οικογενείας Μπεκιάρη και έζησε τον ΙΗ΄ αιώνα στην Σινώπη του Πόντου. Οι γονείς της ανέθρεψαν αυτήν εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου και εφύτευσαν μέσα στην καθαρή καρδιά της την θερμή αγάπη προς τον Ιησού Χριστό. Ήταν ωραιότατη στο σώμα, η δε αγνότητά της προσέδιδε ιδιαίτερη χάρη στο πρόσωπό της, το οποίο έλαμπε από την Χάρη του Αγίου Πνεύματος. Διακρινόταν για την υπακοή στους γονείς της και τον θερμό έρωτα της ψυχής της προς τον Νυμφίο Χριστό και Σωτήρα μας.

Ήταν 15 ετών, όταν μία μέρα η μητέρα της την έστειλε να αγοράσει νήματα για το κέντημα. Στον δρόμο υπήρχε το σπίτι του Πασά της Σινώπης, ο οποίος είδε την Ελένη από το παράθυρο. Η ωραιότητά της προσείλκυσε την ακόλαστη ψυχή του και σκέφθηκε να την μολύνει. Ο Πασάς διέταξε και την έφεραν μπροστά του. Αφού έμαθε ποια ήταν, προσπάθησε δύο και τρεις φορές να την μιάνει, αλλά μία αόρατη δύναμη τον απομάκρυνε! Ένα αόρατο τείχος προστάτευε την κόρη. Ήταν το τείχος της προσευχής. Η Ελένη καθ’ όλη την διάρκεια εκείνης της δοκιμασίας προσευχόταν νοερά, λέγοντας συνεχώς τον Εξάψαλμο. Ο Αγαρηνός δεν απελπίστηκε. Διέταξε τους στρατιώτες να την κρατήσουν στο σπίτι του. Ήλπιζε ότι αργότερα θα κατόρθωνε να πετύχει τον βδελυρό σκοπό του.

Κατά τη διάρκεια της κρατήσεώς της η αγνή κόρη κατόρθωσε, με την βοήθεια του Θεού, να διαφύγει την προσοχή των στρατιωτών και να επιστρέψει στους ανήσυχους γονείς της, στους οποίους και διηγήθηκε όσα συνέβησαν. Σε λίγο, ο Πασάς αντελήφθη την απόδρασή της, έγινε έξω φρενών και απειλούσε τους πάντες και τα πάντα! Κάλεσε τη Δημογεροντία της Σινώπης και ζήτησε να του φέρουν την Ελένη. Σε διαφορετική περίπτωση, θα επακολουθούσε γενική σφαγή των Ελλήνων της πόλεως. Η Δημογεροντία τότε συνήλθε σε σύσκεψη. Κάλεσαν τον πατέρα της Ελένης και του ζήτησαν να παραδώσει στον Πασά την κόρη του για το συμφέρον του συνόλου. Ο πατέρας της αναλύθηκε σε λυγμούς, αλλά τελικά υποτάχθηκε, όπως ο Πατριάρχης Αβραάμ, και εδέχθη να θυσιασθεί η θυγατέρα του, προκειμένου να αποφευχθεί η γενική σφαγή. Μετέβη στο σπίτι του και αφού καταλλήλως ενίσχυσε την Ελένη, παρέλαβε αυτήν και την παρέδωσε στον Πασά, για να προσφέρει τον εαυτό της ως θυμίαμα ευώδες στον Νυμφίο της Χριστό.

Ο βδελυρός Ουκούζογλου Πασάς εδέχθη με ανείπωτη χαρά την ωραιότατη Ελένη. Προσπάθησε πάλι πολλές φορές να μιάνει αυτήν, αλλά πάλι η ίδια έκπληξη: ένα αόρατο τείχος γύρω από την κόρη εμπόδιζε τον Πασά, ενώ μία αόρατη δύναμη απωθούσε αυτόν. Η αγία κόρη προσευχόταν θερμά, έλεγε μυστικά τον Εξάψαλμο. Την επομένη μέρα επεχείρησε πάλι ο Πασάς να επιτύχει τον βδελυρό σκοπό του, αλλά και πάλι αντιμετώπισε το ίδιο παράδοξο εμπόδιο. Εκνευρισμένος και οργισμένος, διέταξε να την κλείσουν στις φοβερές φυλακές της Σινώπης. Την άλλη μέρα μετέβη στην φυλακή αποφασισμένος να επιτύχει επί τέλους την ικανοποίηση του πάθους του. Αλλά και πάλι το αόρατο τείχος! Και πάλι η Θεία Χάρη τον απωθούσε! Υπερβολικά οργισμένος, ο Πασάς διατάσσει να βασανίσουν την Ελένη και να την θανατώσουν, πράγμα το οποίο και έγινε.

Το ιερό Λείψανό της ετέθη μέσα σε ένα σάκο και πετάχθηκε στην θάλασσα. Αντί όμως να βυθισθεί, το μαρτυρικό σκήνος επέπλεε, ενώ ουράνιο φως κατέβαινε επ’ αυτού. Οι Τούρκοι τρομοκρατήθηκαν και εκραύγαζαν: «Η γκιαούρισσα καίγεται!.. Η γκιαούρισσα καίγεται!...». Το σεπτό Λείψανο συνέχισε να επιπλέει, ώσπου έφθασε στην τοποθεσία Γάι, όπου λόγω του μεγάλου βάθους της θαλάσσης τα νερά είναι μαύρα. Εκεί πλέον βυθίστηκε...

Μετά από μερικές ημέρες, ένα ελληνικό πλοίο αγκυροβόλησε στην τοποθεσία Γάι. Το τρίτο βράδυ, ο φύλακας του πλοίου παρατήρησε ότι από τον πυθμένα της θαλάσσης εξερχόταν φως και νόμισε ότι εκεί υπήρχε μεγάλος θησαυρός από χρυσό. Αμέσως, ειδοποίησε τον πλοίαρχο για να ανελκύσουν με δύτες τον θησαυρό, τελικά όμως αντί χρυσού ανείλκυσαν τον σάκο με το τίμιο Λείψανο της Αγίας Παρθενομάρτυρος Ελένης. Στον πολύτιμο σάκο υπήρχε η σεπτή κεφαλή της Αγίας, αποκομμένη από το υπόλοιπο σώμα. Στην κορυφή είχε ένα καρφί. Επίσης, υπήρχε και μία άλλη τρύπα από καρφί. Ήταν προφανές, ότι οι Αγαρηνοί αφού βασάνισαν την Αγία, έμπηξαν δύο καρφιά στο κεφάλι της και την αποκεφάλισαν. Δυο από τους τούρκους δύτες γνώριζαν για το μαρτύριο και ότι έρριψαν την Αγία στην θάλασσα, αλλά φοβόνταν να ομιλήσουν προηγουμένως. Ο πλοίαρχος τότε μετέφερε κρυφά την τιμία Κάρα της Αγίας Ελένης στον Ιερό Ναό της Παναγίας στην Σινώπη, το δε σεπτό Σκήνωμά της επιβίβασε σε άλλο πλοίο, το οποίο έφευγε με Έλληνες για την Ρωσία.

Στο σημείο της θαλάσσης που βυθίστηκε το ιερό Λείψανο, εξήλθε ως πίδακας γλυκύ νερό και από τότε η περιοχή αυτή ονομάσθηκε «Αγιάσματα». Διά της τιμίας Κάρας της Αγίας Παρθενομάρτυρος Ελένης γίνονταν πολλά θαύματα στην Σινώπη. Ιδιαίτερα, όσοι υπέφεραν από πονοκεφάλους, καλούσαν τον Ιερέα, ο οποίος έφερνε την αγία Κάρα, έψαλλε την Παράκληση, έκαμνε Αγιασμό και θεραπευόταν ο πόνος.

Κατά την ανταλλαγή των πληθυσμών του 1923, η τιμία Κάρα μεταφέρθηκε στον Ιερό Ναό της Αγίας Μεγαλομάρτυρος Μαρίνης στην Άνω Τούμπα Θεσσαλονίκης, όπου φυλάσσεται σήμερα ευωδιάζουσα και θαυματουργούσα.

 

 

 

 


 (Βίος και Λόγοι, εκδ. Ι. Μ. Χρυσοπηγής Κρήτης)

Σημασία στήν προσευχή ἔχει ὄχι ἡ χρονική διάρκεια ἀλλά ἡ ἔνταση. Νά προσεύχεσθε ἔστω καί πέντε λεπτά, ἀλλά δοσμένα στό Θεό μέ ἀγάπη καί λαχτάρα. Μπορεῖ ἕνας μία ὁλόκληρη νύχτα νά προσεύχεται κι αὐτή ἡ προσευχή τῶν πέντε λεπτῶν νά εἶναι ἀνώτερη. Μυστήριο εἶναι αὐτό βέβαια, ἀλλά ἔτσι εἶναι.

Ὁ ἄνθρωπος τοῦ Χριστοῦ ὅλα τά κάνει προσευχή. Καί τή δυσκολία καί τή θλίψη, τίς κάνει προσευχή. Ὅ,τι καί νά τοῦ τύχει ἀμέσως ἀρχίζει: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ…». Ἡ προσευχή ὠφελεῖ σέ ὅλα, καί στά πιό ἁπλά. Γιά παράδειγμα, πάσχεις ἀπό αὐπνία· νά μή σκέπτεσαι τόν ὕπνο. Νά σηκώνεσαι, νά βγαίνεις ἔξω καί νά ἔρχεσαι πάλι μέσα στό δωμάτιο, νά πέφτεις στό κρεβάτι σάν γιά πρώτη φορά, χωρίς νά σκέπτεσαι ἄν θά κοιμηθεῖς ἤ ὄχι. Νά συγκεντρώνεσαι, νά λές τή δοξολογία καί μετά τρεῖς φορές τό «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ…» κι ἔτσι θά ἔρχεται ὁ ὕπνος.

Ὅλα εἶναι μέσα μας, καί τά ἔνστικτα καί τά πάντα, καί ζητοῦν ἱκανοποίηση. Ἄν δέν τά ἱκανοποιήσομε, κάποτε θά ἐκδικηθοῦν, ἐκτός καί τά διοχετεύσομε ἀλλοῦ, στό ἀνώτερο, στόν Θεό.

 

 

Ερμηνεία της θείας Λειτουργίας (10)
                  
ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΤΟΥ ΚΑΒΑΣΙΛΑ

 

Το σύμβολο της πίστεως



Ο ιερέας καλεί τώρα τους πιστούς να προσευχηθούν «υπέρ των προτεθέντων τιμίων δώρων»: «Ας παρακαλέσουμε τον Θεό να αγιαστούν τα τίμια δώρα που είναι μπροστά μας, ώστε να εκπληρωθεί έτσι ο αρχικός μας σκοπός».

Ύστερα, αφού προσθέσει και άλλες αιτήσεις, παρακινεί όλους να έχουν μεταξύ τους ειρήνη: «Ειρήνη πάσι» και αγάπη: «Αγαπήσωμεν αλλήλους…». Κι επειδή τη μεταξύ μας αγάπη ακολουθεί η αγάπη στο Θεό και η τέλεια και ζωντανή μας πίστη σ’ Αυτόν, γι’ αυτό, αμέσως μετά ομολογούμε τον αληθινό Θεό: «Πατέρα, Υιόν και άγιον Πνεύμα, Τριάδα ομοούσιον και αχώριστον».

«Τας θύρας, τας θύρας εν σοφία πρόσχωμεν», συμπληρώνει ο λειτουργός. Μ’ αυτό θέλει να πει: «Ανοίξτε διάπλατα όλες τις πόρτες, δηλαδή τα στόματα και τα αυτιά σας, στην αληθινή σοφία, δηλαδή σε όσα υψηλά μάθατε και πιστεύετε για το Θεό. Αυτά συνεχώς να λέτε και να ακούτε, και μάλιστα με ζήλο και προσοχή».

Τότε οι πιστοί απαγγέλλουν δυνατά το Σύμβολο της Πίστεως «Πιστεύω εις έναν Θεόν…» .

 

 ΑΠΟ ΤΟ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ

 Δεν γίνεται σύννεφο χωρίς να πνεύσει λίγος άνεμος, και δε γεννιέται πάθος χωρίς λογισμό.

 

 Αν δεν πράττομε πλέον τα σαρκικά θελήματα κατά τη Γραφή, εύκολα με τη βοήθεια του Κυρίου θα σβήσουν αυτά, τα οποία προηγουμένως είχαμε μέσα μας.

 

 Οι εικόνες που βρίσκονται χαραγμένες μέσα στο νου είναι πονηρότερες και δυνατότερες. Οι εικόνες που διαμορφώνονται με τη σκέψη είναι αιτίες αυτών και έχουν προηγηθεί (δηλ. πρώτα τις σκέφτηκε ο νους, δεν τις έδιωξε και τότε εγκαταστάθηκαν στο βάθος της καρδιάς ως νοσηροί λογισμοί και πάθη).

 

 Υπάρχει κακία που εγκατάσταθηκε στη καρδιά εξαιτίας της μακροχρόνιας συνήθειας. Και υπάρχει κακία που πολεμά με λογισμούς μέσω των καθημερινών πραγμάτων.

 

 Ο Θεός τις πράξεις μας τις λογαριάζει σύμφωνα με τις προθέσεις μας. Γιατί λέει η Γραφή: «Να σου δώσει ο Κύριος κατά την καρδιά σου».

 

 

 

 

      
                                       Κωνσταντίνος Πετρίδης                                             
           Η τέχνη της αγιογραφίας

 

Ο ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΘΡΗΝΟΣ

 Την  Μεγάλη Παρασκευή όλοι εμείς οι ορθόδοξοι πιστοί «γιορτάζουμε» τον θάνατο του Θεού. Το νόημα του Επιτάφιου  Θρήνου είναι, ότι εμείς που κηδεύουμε σήμερα  τον Χριστό πανηγυρίζουμε την νέκρωση του θανάτου αλλά παράλληλα   και την ανάσταση των νεκρών. «Τέτρωτε (=κτυπήθηκε) Άδης εν τη καρδία δεξάμενος τον τρωθέντα (=αυτός που κτυπήθηκε) λόγχη την πλευράν».

Ο Χριστός πέθανε για να συναντήσει τον άνθρωπο εκεί που βρίσκεται δηλαδή μέσα στην φθορά. «Μεγαλύνωμέν σε Ιησού βασιλεύ και τιμώμεν την ταφήν και τα πάθη σου δι’ ων έσωσας ημάς εκ της φθοράς».

      Η εικόνα παρουσιάζει κάτω από τον Σταυρό του Κυρίου δύο ομίλους ανθρώπων. Αριστερά την Παναγία με τις μυροφόρες και δεξιά τον Ιωσήφ, τον Ιωάννη  και τον Νικόδημο. Στο μέσον εικονίζεται ο νεκρός Κύριος που μόλις έχει αποκαθηλωθεί και αποτελεί τον κεντρικό άξονα της συνθέσεως. Σε πολλές εικόνες πάνω από τα πρόσωπα πετούν Άγγελοι οι οποίοι εξεπλάγησαν από τον φόβο έχοντας καλυμμένα τα πρόσωπά τους. Έτσι προσθέτουν στην ανθρώπινη απορία και την έκπληξη του ουρανού.

     Στην πρώτη πλευρά των μυροφόρων εικονίζεται η Παναγία. Τα μάτια της έχουν στεγνώσει από τα δάκρυα. Δεν σπαράζει όμως από τον πόνο όπως κάνουν οι μυροφόρες. Η θλίψη της είναι συγκρατημένη Η βεβαιότητα της Ανάστασης του Υιού, της γλυκαίνει τον πόνο. «μη εποδύρου (=θρηνείς) μου μήτερ καθορώσα  εν τάφω ον εν γαστρί άνευ σποράς συνέλαβες Υιόν, αναστήσομαι γαρ και δοξασθήσομαι …»

     Οι μυροφόρες αποδίδουν έκφραση λύπης και εκπλήξεως. Είχαν υπηρετήσει τον Κύριο και είχαν δει τα θαύματά του. Τώρα βλέπουν Εκείνον να «κατατίθεται άπνους».

      Στον όμιλο των ανδρών διακρίνουμε κατά σειρά τον Ιωσήφ, τον Ιωάννη και τον Νικόδημο. Ο ευσχήμων Ιωσήφ έχει έκφραση γεμάτη σοβαρότητα αλλά και απορία. Ο αγαπημένος μαθητής του Χριστού  ο Ιωάννης είναι σε στάση υποκλίσεως. Υποκλίνεται προ της Θείας μεγαλειότητας. Ο Νικόδημος είναι ακουμπισμένος στην σκάλα που χρησίμευσε στην αποκαθήλωση. Εικονίζεται να κρατάει εργαλεία ξυλουργού, απαραίτητα για την απόσπαση των ήλων (=καρφιών) από τον Σταυρό .

      Κάθε πιστός που προσέρχεται να προσκυνήσει την εικόνα, στην ουσία προσκυνάει την Ταφή και τα Πάθη του Χριστού προσμένοντας  με ελπίδα  την Ανάστασή Του. Διακατέχεται από «χαρμολύπη» δηλαδή χαρά και λύπη μαζί. Σημειώνεται ότι το χρώμα που στολίζει η Εκκλησία τους Ναούς της την Μεγάλη Εβδομάδα είναι το μοβ (συνδυασμός δύο χρωμάτων, του κόκκινου  της χαράς και του μπλε της θλίψης).

      Ο Κύριος γκρέμισε  τον μεσότοιχο  του φραγμού «ήνωσε τα πριν διεστώτα». Έφερε στον θάνατο την ζωή, στον χρόνο την αιωνιότητα, στην γη τον ουρανό στον άνθρωπο τον Θεό.   

 

Η Εκκλησιαστική Μουσική της Ανατολής      Επιμέλεια: Δημήτρης ΝένταςΠρωτοψάλτης
 

Φώτης Κόντογλου

Λαός παθών … και ουχί μαθών τα Θεία’

(…) Ο ορθόδοξος λαός μας είναι αληθινά «ο παθών και ουχί μαθών τα Θεία». Είναι ο λαός που ζει αληθινά μέσα στη θρησκεία, «εν αυτή και κινείται και εστίν». Και γι’ αυτό νοιώθει το χαροποιόν πένθος, για το οποίο μίλησε ο Χριστός στους Αποστόλους: «η λύπη υμών εις χαράν γενήσεται». Εκείνοι οι απλοϊκοί άνθρωποι, εκείνα τα αγραμματα γεροντάκια και οι γρηούλες, που στη Σαρακοστή και τη Μεγάλη Εβδομάδα βρίσκονται όλη μέρα στην εκκλησία, ζήσανε από τα μικρά τους χρόνια εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου, και καταλάβανε αυτό το χαροποιόν πένθος, που δεν το καταλάβανε, αλοίμονο, οι σπουδασμένοι μας που θέλουνε να τους διδάξουνε, αντί να διδαχθούνε απ’ αυτούς. Τώρα, τις μέρες της Σαρακοστής, της Μεγάλης Βδομάδος και του Πάσχα, πορεύουνται μαζί με τον Χριστό, ακολουθάνε ολοένα από πίσω του, αληθινά, όχι φανταστικά, ακούγοντάς τον να λέγει: «Ιδού αναβαίνομεν εις Ιεροσόλυμα και παραδοθήσεται ο υιός του ανθρώπου, καθώς γέγραπται περί αυτού». Μαζί του βρίσκονται στον Μυστικό Δείπνο, και δακρύζουνε από τα λόγια του, μαζί του πάνε στον Άννα και Καϊάφα, περιμένοντας στην αυλή μαζί με τον Πέτρο, μαζί του πάνε στο πραιτώριο και στον Πιλάτο, μαζί του ραπίζονται, μαζί του μαστιγώνονται, μαζί του εμπαίζονται, μαζί του σταυρώνονται, μαζί του θάβονται, μαζί του αναστήνονται. Τα μάτια τους γίνονται βρύσες και τρέχουνε, μα αυτά τα δάκρυα δεν είναι δάκρυα της απελπισίας, αλλά της ελπίδας και της βεβαιότητας πως μ’ αυτά ποτίζεται το ολόδροσο κι αμάραντο δέντρο της αληθινής χαράς, της χαράς της Αναστάσεως. Αυτό γίνεται κάθε χρόνο, Ω! Πόσο αληθινή πίστη είναι η ορθόδοξη πίστη του λαού μας! Αυτός δεν χρειάζεται σπουδασμένους θεολόγους, να κρυώσουν την πίστη του, να θαμπώσουν το κρύσταλλο της ψυχής του. Αυτός είναι ο μέγας θεολόγος, ο «πάσχων τα Θεία, και ουχί μαθών αυτά» με τον παγωμένον τρόπο της εγκόσμιας γνώσης.

Λοιπόν, κατά τις Άγιες τούτες μέρες, που αληθινά μέσα στις εκκλησιές μας, ο Χριστός πάρχει, σταυρώνεται και αναστήνεται, και μαζί του πάσχει κι αναστήνεται ο βλογημένος λαός, τι γυρεύουν εκείνοι οι αναίσθητοι, που δεν πήρανε είδηση τι μυστήρια γίνονται εκεί μέσα, αυτοί οι βέβηλοι που θέλουνε τραγούδια και καντάδες και βαρκαρόλες και αηδίες; Αυτοί είναι αληθινά σαν τους Ρωμαίους στρατιώτες, που φάγανε καλά κι ήπιανε, κι αφού σταυρώσανε τον Χριστό, τον φυλάγανε, αδιάφοροι στον θρήνο που γινότανε γύρω στον σταυρό από τις άγιες γυναίκες και στον σεισμό που σάλεψε τη γη. Γιατί, όποιος θέλει τραγούδια και μπάσους και τενόρους μέσα στην εκκλησία, αυτός πηγαίνει εκεί για να γλεντήσει κι όχι για να προσευχηθεί, σαν να είναι η εκκλησία καμμιά ταβέρνα, κι η μυσταγωγία καμμιά ψευτοαισθηματική ταινία, ή κανένα ρεσιτάλ.

(…) Δεν μπορώ να καταλάβω τι σχέση έχουν αυτοί οι άνθρωποι με τον Χριστό και με τη θρησκεία του! Οι περισσότεροι απ’ αυτούς πηγαίνουνε στην εκκλησία κάθε Επιτάφιο και κάθε Πάσχα, και τότε για λίγα λεπτά μοναχά, για να ακούσουνε το Χριστός Ανέστη κι ύστερα να πάνε στα σπίτια τους για να φάνε. Και όμως, αυτοί εννοούν να επιβάλουν τις βαρκαρόλες τους σε μας που ζούμε με την πνοή της Εκκλησίας, και που οι θλίψεις της είναι θλίψεις μας κι οι χαρές της χαρές μας. Κι έτσι, σιγά-σιγά, σκάβονται τα θεμέλια της ορθόδοξης πίστης μας, ο λαός μας χάνει ολοένα την πατρογονική ευσέβειά του και την «υπερ αίσθησιν αίσθησιν» που απόχτησε με την παράδοση.

Αλλοίμονο! Πολλοί ιερωμένοι μας τα δέχονται αυτά τα ελεεινά συμπτώματα, και τα επικροτούν μάλιστα, ως ευχάριστα σημεία εξελίξεως.

( Φώτης Κόντογλου, Μυστικά Άνθη)



[1] Ιερομονάχου Γρηγορίου, Θεία Λειτουργία, σελ. 127, Αρχίμ. Αιμιλιανού, Κατηχήσεις και λόγοι 4, σελ. 36

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου