Τετάρτη, 29 Ιουλίου 2015

Ιανουάριος 2015, τεύχος 6ο


Ιανουάριος 2015, τεύχος 6ο

 

Eν Αρχή 

 

Αγαπητοί μας ενορίτες,

    

«Όταν ο Ιησούς βαπτίστηκε αμέσως ανέβηκε από το νερό και ιδού, άνοιξαν οι ουρανοί και είδε το Πνεύμα του Θεού να κατεβαίνει σαν περιστερά και να έρχεται πάνω του. Και φωνή από τους ουρανούς που έλεγε, Αυτός είναι ο Υιός μου ο αγαπητός, εις τον οποίο ευαρεστούμαι»[1].

Πολλοί πίστευαν ότι ο Ιωάννης είναι ανώτερος από τον Χριστό, επειδή είχε ζήσει από τριών ετών  όλη του τη ζωή στην έρημο. Ήταν γιος τού αρχιερέα  Ζαχαρία, ντυμένος με φτωχικά ρούχα. Καλούσε όλους τους ανθρώπους στο βάπτισμα και είχε γεννηθεί από στείρα γυναίκα.

Αντίθετα, για τον Ιησού πίστευαν ότι ήταν κατώτερος του Ιωάννη επειδή γεννήθηκε από μία ασήμαντη κόρη. Δεν είχε γίνει γνωστό σε όλους ο παρθενικός τρόπος γεννήσεώς Του. Είχε μεγαλώσει σε σπίτι, συναναστρεφόταν με όλους, φορούσε τα ίδια ρούχα με όλους. Με το να βαπτισθεί, ακόμη πιο πολύ πείσθηκαν  ότι είναι κατώτερος του Ιωάννη και μάλιστα ότι είναι ένας από τους πολλούς που πήγαιναν να βαπτιστούν.

Για να μην μένουν οι άνθρωποι σε αυτήν την γνώμη, όταν βαπτίσθηκε ο Ιησούς, άνοιξαν οι ουρανοί και κατέβηκε το Πνεύμα σαν περιστέρι πάνω Του και μαζί ακούστηκε φωνή που έλεγε: «Αυτός είναι ο Υιός μου ο αγαπητός». Αυτό έγινε  για να μην νομίσει κανείς ότι  τα λόγια απευθύνονταν στον Βαπτιστή, αλλά στον Βαπτισθέντα, όχι στον Ιωάννη, αλλά στον Ιησού.

Μέσα από αυτό το γεγονός έχουμε (Θεοφάνεια) την φανέρωση της Αγίας Τριάδος, του Πατέρα, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος.

Όλα αυτά όμως έγιναν για εμάς. Ο Χριστός με την Βάπτισή του θέσπισε το μυστήριο του δικού μας βαπτίσματος. «πορευθέντες ουν μαθητεύσατε πάντα τα έθνη, βαπτίζοντες αυτούς εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος»[2] Και ό,τι ακριβώς συνέβη στον Κύριο, συμβαίνει και σε εμάς τους ίδιους όταν βαπτιζόμαστε. Άνοιξαν τότε οι ουρανοί; και στο δικό μας βάπτισμα ανοίγουν οι ουρανοί! Φανερώθηκε τότε η Αγία Τριάδα; και σε εμάς φανερώνεται όταν βαπτιζόμαστε! Αποκάλεσε ο Θεός πατέρας τον Χριστό «υιόν Του αγαπητό»;  έτσι αποκαλεί και εμάς μετά το βάπτισμα μας, παιδιά του αγαπητά και κληρονόμους Του.

 Αυτό λοιπόν δηλώνει το βάπτισμα, γέννηση. Και γέννηση σημαίνει την αρχή της ζωής. Όπως αν δεν γεννηθούμε από τους γονείς μας, δεν υπάρχουμε σωματικά, έτσι και αν δεν βαπτιστούμε, δεν υπάρχουμε πνευματικά.

Ας μην λησμονούμε, ότι εξ’ αιτίας  της αδυναμίας μας αμαρτάνουμε καθημερινά μετά το βάπτισμα μας.  Υπάρχει τρόπος  να ξεπλένουμε τις αμαρτίες  μας με ένα δεύτερο βάπτισμα, αυτό των δακρύων, δηλαδή της μετανοίας και εξομολογήσεως. Και ένα δάκρυ μετανοίας -λέει ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης- ισοδυναμεί με το νερό του βαπτίσματος, το οποίο επαναφέρει τον άνθρωπο στην προηγούμενη κατάσταση. Αυτή του βαπτίσματος!

Εύχομαι σε όλους σας καλή και ευλογημένη χρονιά γεμάτη από πνευματική πρόοδο!

 

 π. Τύχων Κουτσοφιός

 

Θεολογικές Προσεγγισεις
Κατερίνα Μιχαλοπούλου – Θεολόγος, Φιλόλογος

 

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΙΕΡΑΡΧΕΣ

ΟΙ ΠΛΕΟΝ ΕΙΡΗΝΙΚΟΙ  «ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΕΣ» ΠΑΤΕΡΕΣ ΣΤΟ ΔΙΗΝΕΚΕΣ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ.

 

Η συμβατική λήξη ενός ημερολογιακού έτους και η έναρξη του επόμενου αποτελούν, συνήθως, σημείο αναφοράς για κάθε άνθρωπο και ιδιαίτερα για έναν χριστιανό ορθόδοξο που προβληματίζεται ως προς την πορεία, τόσο της προσωπικής του ύπαρξης, όσο και για τη συμπόρευση του στο επίγειο μέλλον με όλη την ανθρωπότητα.

Κι αυτό διότι, ενώ ξεκινούμε με ευχές, ελπίδες και οραματισμούς για το αύριο και τη νέα χρονιά, η πραγματικότητα μας διαψεύδει. Κοινωνική σήψη, οικονομική καθίζηση, διαφθορά στη δικαιοσύνη, απογοήτευση από την τυπολατρεία της εκκλησιαστικής λατρείας, καταπίεση και ποταμοί αίματος ανάμεσα σε λαούς είναι μόνο ελάχιστα, από όσα μας οδηγούν στο να μετέχουμε ενεργά στο κοινωνικό «γίγνεσθαι» ή πολύ απλά… στο να χάνουμε την ψυχική μας ηρεμία και γαλήνη παρακολουθώντας παθητικά τα δρώμενα.

Τι πιο αισιόδοξο, όμως, και πιο αναπαυτικό, εάν η μνήμη μας «δρασκελίσει»το μήνα Γενάρη και φτάσει μία ημέρα πριν το τέλος του στις 30 δηλαδή αυτού, οπότε και η Ορθοδοξία  πανηγυρίζει τιμώντας τη μνήμη τριών αγίων της που το πέρασμά τους νοηματοδότησε για πάντα τον ρου της παγκόσμιας ιστορίας. Πρόκειται για τους «τρεις μεγίστους φωστήρας της  τρισηλίου  Θεότητος» το Μεγάλο Βασίλειο, το Γρηγόριο το Θεολόγο και τον Ιωάννη το Χρυσόστομο.

Ο βίος τους είναι κατά τι γνωστός και δεν θα επεκταθούμε σε αυτόν, εκτός από το να υπενθυμίσουμε ότι προέρχονταν από εύπορες μεν οικογένειες της ανώτερης κοινωνικής τάξης, αλλά ευσεβέστατες δε, αφού οι ίδιοι γαλουχήθηκαν με τα νάματα της χριστιανικής πίστης από τις καθαγιασμένες επίσης μητέρες τους Εμμέλεια, Νόννα και Ανθούσα αντίστοιχα. Παρέμειναν άγαμοι και ακτήμονες ώστε να αφοσιωθούν στο λόγο του Θεού και στην Εκκλησία ποικιλοτρόπως.         Και έκαμαν πράξη το ρηθέν από τον Απόστολο Παύλο ότι «πίστις άνευ έργων, γράμμα κενό» όπως βέβαια και το αντίθετο.

Αξιοσημείωτο, όμως, είναι ότι στη συγκρότηση της προσωπικότητάς τους, έπαιξε ρόλο και η άψογη επιστημονική τους κατάρτιση σε πληθώρα γνωστικών αντικειμένων, την οποία μπορούσαν να αξιοποιούν διαρκώς προς δόξα Θεού. Επί παραδείγματι , εκπλήσσει ευχάριστα το γεγονός ότι οι σπουδές του Μ. Βασιλείου και του ιερού Χρυσοστόμου στον τομέα της Ιατρικής συνέβαλαν, κατόπιν,  και στην κοινωνική τους προσφορά. Έτσι, χειροτονημένος πλέον ο Βασίλειος ως αρχιεπίσκοπος στην Καισάρεια της Καππαδοκίας δε διστάζει να χτίσει μέσα σε ένα αριστοκρατικό προάστιο την περίφημη «Βασιλειάδα» ένα συγκρότημα από ευαγή ιδρύματα όπως γηροκομείο, ορφανοτροφείο και νοσοκομείο με πτέρυγα λεπρών τους οποίους μάλιστα περιποιείται ο ίδιος. Συνάμα, στηλιτεύει τη νοοτροπία κληρικών και μοναχών που αρνούνται την αξία της ιατρικής επιστήμης, ενώ ο ίδιος όχι μόνο υπεραμύνεται για την αναγκαιότητά της, αλλά επισημαίνει και τη θεία της προέλευση.

Εξίσου και ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Έφτιαξε πολλά νοσοκομεία στην Κων/λη και συγκεκριμένα ένα για λοιμώδη νοσήματα κοντά στη συνοικία των εύπορων γαιοκτημόνων, πράγμα που τον έφερε σε οριστική ρήξη με την αυτοκράτειρα Ευδοξία, η οποία τον εξορίζει τελεσίδικα στα βάθη της Αρμενίας. Αξιοθαύμαστη έμεινε, επίσης, και η κίνησή του να πουλήσει τα πολυτελή σκεύη και έπιπλα της αρχιεπισκοπής όντας ο ίδιος στο θρόνο προκειμένου να διοργανώσει με τα συγκεντρωθέντα ποσά το συσσίτιο 7000 αναξιοπαθούντων, σε καθημερινή βάση.

Όσον αφορά στο πρόσωπο του Γρηγορίου του Θεολόγου είναι ανυπέρβλητη η προσφορά του στις θεωρητικές σπουδές και στη στήριξη της θύραθεν κλασικής παιδείας, της τόσο παρεξηγημένης από κάποιους αδαείς και φοβικούς χριστιανούς, λαϊκούς αλλά και ιερείς. Χαρακτηρίζει μάλιστα ως «αγροίκους»και «αγράμματους»όσους δε δέχονται την αξία της αρχαίας ελληνικής φιλολογίας και φιλοσοφίας, ενώ αποκαλεί την Αθήνα που ήταν τότε λίκνο πολιτισμού «Χρυσή Αθήνα των Γραμμάτων». Ταυτόχρονα συγκλονίζει, αν λάβουμε υπόψιν, τη θέση της γυναίκας εκείνη την εποχή, η άποψή του ως αποφοίτου της Νομικής ότι το κράτος νομοθετεί υπέρ των ανδρών και αφήνει απροστάτευτες στο έλεός τους τις γυναίκες και τα παιδιά που είναι όλοι τους εξίσου χωρίς καμία διάκριση εικόνες Θεού.

Τέλος, δεν είναι τυχαίο το ότι η Εκκλησία μας τους καθιέρωσε προστάτες των γραμμάτων, ακριβώς διότι συνέλλεξαν επιτυχώς ό,τι εκλεκτό είχε να προσφέρει ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός από τη γλώσσα και τη φιλοσοφία, πράγμα που δεν έγινε μόνο το θεμέλιο για τη σημερινή  παιδεία αλλά και για τη διατύπωση των χριστιανικών δογμάτων. Είναι επιπλέον πολύ ευχάριστο το γεγονός ότι τα έργα τους μεταφρασμένα στα λατινικά ήδη από τον 4ο αιώνα, εδώ και πέντε περίπου αιώνες έχουν αρχίσει να μεταφράζονται και σε πολλές ευρωπαϊκές γλώσσες. Ευελπιστούμε, έτσι, ότι ο ρηξικέλευθος λόγος και το επαναστατικό χριστιανικό ήθος των τριών Ιεραρχών θα μεταφερθούν και στη φτωχότερη πνευματικά  Δύση από την καθ’ημάς Ανατολή όπως, βέβαια, τελικά με τη Χάρη του Θεού πρέπει να ισχύει για τον καθένα μας

 

Επίκαιροι Προβληματισμοί
        Επιφάνιος Στόκος – Θεολόγος, ιεροψάλτης

Η Σάρκωση του Θεού Λόγου και η ποιμαντική διακονία νεότητας

‘’Συγκαταβαίνων ο Σωτήρ, τώ γένει τών ανθρώπων’’, με αυτό τον τρόπο ο υμνογράφος της Εκκλησίας μας προσπαθεί να περιγράψει το μυστήριο της ενανθρωπήσεως του Θεού Λόγου. Αναφέρεται σε μία, δυσκολονόητη για τα ανθρώπινα δεδομένα, συγκατάβαση την οποία πραγματοποιεί ο Θεός Λόγος προκειμένου να προσεγγίσει και να λυτρώσει το ανθρώπινο γένος από την αμαρτία και από την πλάνη. Ο αγ. Γρηγόριος ο Θεολόγος ερμηνεύοντας την Θεία ενανθρώπηση μας διδάσκει: «τὸ γὰρ ἀπρόσληπτον, ἀθεράπευτον» δηλαδή αυτό που δεν μπορούμε να προσεγγίσουμε, δεν μπορούμε να το θεραπεύσουμε και να το διορθώσουμε. Τι νόημα, όμως, έχουν όλα αυτά για εμάς; Πως μπορούμε να τα οικειοποιηθούμε και να τα κατανοήσουμε; Πραγματοποιώντας μια άλλη, μια νέα συγκατάβαση που σχετίζεται με την ποιμαντική διακονία νεότητας. Στην προσπάθειά μας αυτή δεν υπάρχει συγκατάβαση σε θέματα ορθόδοξης πίστης, ούτε Χριστιανικού ήθους. Να πραγματοποιήσουμε μια συγκατάβαση από την βολεμένη και επαναπαυμένη συνείδηση μας, που μας λέει ότι ‘’ δεν χρειάζεται να ασχοληθούμε εμείς με την ποιμαντική διακονία της νεότητας, αφού υπάρχουν άλλοι πιο ικανοί από εμάς που ασχολούνται με αυτό’’. Φυσικά αυτό είναι λάθος, καθώς όλοι μας μπορούμε, με το δικό του τρόπο ο καθένας, να ασχοληθούμε με αυτό το κοπιώδες και εργώδες διακόνημα. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι στον χώρο της ποιμαντικής διακονίας, ο τομέας της νεότητας θα έπρεπε να βρίσκεται στην προμετωπίδα και στη κορυφή των ενασχολήσεών μας. Ποιοι οφείλουν να ασκούν αυτό το ευαίσθητο διακόνημα; Οι Ιερείς – ποιμένες, οι κατηχητές, οι θεολόγοι καθηγητές και οι καθηγητές όλων των βαθμίδων, οι ανάδοχοι αλλά κυρίως οι γονείς οι οποίοι, κατά την παύλεια ρήση, πρέπει «εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου» να αναθρέψουν τα παιδιά τους.

Αυτό να ευχηθούμε με τον ερχομό του νέου έτους. «Εξαγοραζόμενοι τον καιρόν ὅτι αἱ ἡμέραι πονηραί εἰσί». Να προσπαθήσουμε να προσεγγίσουμε τη νεότητα. Για να την θεραπεύσουμε, θα πρέπει πρώτα να την προσεγγίσουμε. Αξίζει να κάνουμε την προσπάθειά μας προς δόξαν Θεού και προς όφελος των νέων καρπών της Εκκλησίας μας.

 

ΕΠΙΚΑΙΡΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ

Νέον Ἔτος*

Ι. Μ. ΦΟΥΝΤΟΥΛΗ

Τήν 1η Ἰανουαρίου ἑώρτασε ἡ Ἐκκλησία μας τήν Περιτομή τοῦ Χριστοῦ καί τήν μνήμη τοῦ ἁγίου Βασιλείου τοῦ Μεγάλου. Τό διπλό αὐτό ἑορτολογικό περιεχόμενο ἔχει μία λαμπρά ἐκπροσώπησι στήν ἀκολουθία τῆς ἡμέρας. Καί δικαίως, γιατί ἡ μέν περιτομή καί ὀνοματοδοσία τοῦ Χριστοῦ κατά τήν ὀγδόη ἡμέρα ἀπό τῆς γεννήσεως Του ἀποτελεῖ, τήν βεβαίωσι τῆς σαρκώσεως καί τῆς προσλήψεως ἀπό τόν Λόγο τοῦ Θεοῦ τῆς τελείας ἀνθρωπίνης μορφῆς ἀναλλοιώτως καί τῆς εἰσόδου Του στόν λαό τοῦ Θεοῦ. Ὁ δέ Μέγας Βασίλειος εἶναι ὁ ἀληθινά μέγας ἱεράρχης, πού μέ τήν ἁγιότητα τοῦ βίου του, τά σοφά του συγγράμματα καί τήν ἔξοχο δρᾶσι του ἀνεδείχθη Πατήρ καί φωστήρ τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, ἐφάμιλλο τοῦ ὁποίου δέν ἐγνώρισε ἴσως ἄλλον ὁ χριστιανικός κόσμος. Καί ἡ δεσποτική ἑορτή τῆς Περιτομῆς καί ἡ μνήμη τοῦ Μεγάλου Βασιλείου περιττό καί νά εἰποῦμε, ὅτι δέν ἔχουν καμμία σχέσι πρός τήν ἔναρξι τοῦ ἔτους, τήν πρωτοχρονιά.                                                    Ἡ περιτομή ἐτέθη τήν 1η Ἰανουαρίου, γιατί αὐτή εἶναι ἡ ὀγδόη ἡμέρα ἀπό τά Χριστούγεννα. Ἡ μνήμη τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, γιατί κατά τήν 1η Ἰανουαρίου τοῦ ἔτους 379 συνέβη ὁ θάνατος, ἡ κοίμησις ἐπί τό χριστιανικώτερον, τοῦ ἁγίου Πατρός. Ἡ σύνδεσις τοῦ δευτέρου πρός τήν πρωτοχρονιά, τά δῶρα, τά γλυκίσματα κλπ., ἔχει καθαρῶς λαογραφικό χαρακτῆρα.                                                                                                             Ἡ Ἐκκλησία ἐπισήμως φαίνεται σάν νά ἀγνοῇ τήν ἀλλαγή τοῦ ἔτους, τίς πανηγύρεις καί τίς ἐκδηλώσεις πού τήν συνοδεύουν, καί νά ζῇ σ᾿ ἕνα ἄλλο δικό της κόσμο, πού δέν ἐπηρεάζεται ἀπό τήν ἀλλοίωσι τῶν φθαρτῶν καί ρεόντων χρονικῶν συστημάτων τοῦ προσκαίρου αὐτοῦ κόσμου. Ὁμολογουμένως αὐτό δέν θά ἦταν ἀσύμφωνο πρός τόν ὑπερκόσμιο χαρακτῆρα τῆς λατρείας μας. Γιά τόν ἄναρχο, αἰώνιο καί ἀτελεύτητο Θεό ἡμέρες, μῆνες καί ἔτη δέν ὑπάρχουν. Χίλια ἔτη γιά Ἐκεῖνον εἶναι σάν τήν χθεσινή ἡμέρα πού πέρασε καί σάν ἕνα τρίωρο νυκτερινῆς φρουρᾶς, κατά τόν ψαλμῳδό (Ψαλμ. 89, 4). Ἤ, ὅπως συμπληρώνει ὁ ἀπόστολος Πέτρος, «μία ἡμέρα παρά Κυρίῳ ὡς χίλια ἔτη καί χίλια ἔτη ὡς ἡμέρα μία» (Β´ Πετρ. 3, 8).             Αὐτήν ἀκριβῶς τήν προσήλωσι καί τήν δουλική προσκόλλησι στά «ἀσθενῆ καί πτωχά στοιχεῖα» τῶν κοσμικῶν ὑπολογισμῶν καταδικάζει καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος γράφοντας στούς Γαλάτας: «Ἡμέρας παρατηρεῖσθε καί μῆνας καί καιρούς καί ἐνιαυτούς! Φοβοῦμαι ὑμᾶς μήπως εἰκῆ κεκοπίακα εἰς ὑμᾶς» (Γαλάτ. 4, 10). Χωρίς ὅμως ἡ Ἐκκλησία νά ἀρνηθῇ τόν ὑπερκόσμιο χαρακτῆρα τῆς λατρείας της καί χωρίς νά δουλωθῇ στούς καιρούς τοῦ κόσμου τούτου, ἦταν ἑπόμενο καί νά μή μπορῇ νά παραβλέψῃ τήν διάκρισι καιρῶν καί ἐνιαυτῶν. Δέν εἶναι μόνο θεῖος ὀργανισμός, ἀλλά καί ἀνθρώπινος. Δέν εἶναι μόνο ὑπερκόσμιος, ἀλλά καί ἐγκόσμιος.                                                                        Τέλειος τύπος συγκερασμοῦ τῶν δύο αὐτῶν στοιχείων τῆς ἐδόθη ἀπό τόν ἐνανθρωπήσαντα Θεό. Ὅπως Ἐκεῖνος ἦτο «τέλειος Θεός καί τέλειος ἄνθρωπος», «ὁμοούσιος τῷ Πατρί κατά τήν Θεότητα καί ὁμοούσιος ἡμῖν κατά τήν ἀνθρωπότητα», ὅπως αἱ δύο φύσεις ἡνώθησαν στόν Θεάνθρωπο Χριστό ἁρμονικά καί ἀχώριστα, ἔτσι ἀκριβῶς καί ἡ Ἐκκλησία, κατά τό πρότυπο τῆς κεφαλῆς της, διεμορφώθη σέ θεανθρώπινο ὀργανισμό. Καί ἡ λατρεία της ἀκριβῶς συνεκέρασε τό θεῖο καί τό ἀνθρώπινο ἀτρέπτως καί ἀχωρίστως. Ὅπως δέ ἀκριβῶς ἡ θεία φύσις στόν Χριστό προσέλαβε καί ἐθέωσε καί τήν ἀνθρωπίνη, ἔτσι καί ἡ λατρεία τῆς Ἐκκλησίας προσέλαβε καί ἐξαγίασε τά σχήματα τοῦ κόσμου τούτου. Τά ἐξεχριστιάνισε, τά ἐθέωσε. Δέν τά ἀπέρριψε οὔτε τά συνέτριψε, ὅπως καί ὁ Χριστός δέν ἀπέρριψε οὔτε κατέκαυσε μέ τό πῦρ τῆς Θεότητος τό ὀστράκινο σκεῦος τῆς ἀνθρωπίνης σαρκός πού περιεβλήθη. Τήν ἐφαρμογή τῶν ἀνωτέρω εὑρίσκομε καί στό ἑορτολόγιο τῆς Ἐκκλησίας. Ὅταν ἀκούσθηκε στόν κόσμο τό εὐαγγέλιο τῆς σωτηρίας καί συνεκροτήθη ἡ Ἐκκλησία, δέν ἐφρόντισε νά ἐφεύρῃ κανένα νέο ἡμερολόγιο, οὔτε νά ἐπινοήσῃ νέες ὑπερκόσμιες χρονικές ὑποδιαιρέσεις.                                     Στά μέρη ὅπου διεδόθη βρῆκε πολλά συστήματα καταμετρήσεως τοῦ χρόνου, διάφορα ἡμερολόγια. Τά υἱοθέτησε καί τά ἐξεχριστιάνισε. Χαρακτηριστικά παραδείγματα εἴδαμε στήν ἀναδρομή πού ἐκάμαμε κατά καιρούς στό λειτουργικό ἔτος. Τίς ἱερές ἡμέρες τῶν ἡμερολογίων τῶν Ἑβραίων ἤ εἰδωλολατρῶν δέν τίς κατήργησε· τίς ἐβάπτισε εἰς Χριστόν καί τίς ἐνέδυσε τόν Χριστόν, ὅπως καί τούς Ἑβραίους καί τούς εἰδωλολάτρας. Ἡ 14η τοῦ Νισάν, τό Πάσχα τῶν Ἑβραίων, ἡ ἀνάμνησις τῆς διαβάσεως τῆς Ἐρυθρᾶς Θαλάσσης, ἔγινε Πάσχα Κυρίου, διάβασις τοῦ Χριστοῦ καί ὅλων ἡμῶν μαζί Του ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τήν ζωήν. Ἡ ἑορτή τῆς παραδόσεως τοῦ Νόμου καί τοῦ θερισμοῦ, ἡ Πεντηκοστή, ἔγινε ἑορτή τῆς καθόδου τοῦ ἁγίου Πνεύματος καί τῆς ἐνάρξεως τοῦ πνευματικοῦ θερισμοῦ. Τό Σάββατο, ἡ ἑβδομαδιαία ἑορτή τῆς καταπαύσεως τῶν ἔργων, ἔγινε Κυριακή, ἡ ἑβδομαδιαία ἑορτή τῆς ἀναστάσεως.                                                       Ἡ 25η Δεκεμβρίου, ἡ εἰδωλολατρική ἑορτή τῆς γεννήσεως τοῦ ἡλίου, ἔγινε ἑορτή τῆς γεννήσεως τοῦ ἡλίου τῆς δικαιοσύνης, τοῦ Χριστοῦ, κ.ο.κ. Καί ἡ πρώτη τοῦ ἔτους; Ἐδῶ τά πράγματα εἶναι περισσότερο πολύπλοκα, γι᾿ αὐτό καί ἡ ἱστορία τοῦ ἐκχριστιανισμοῦ τῆς πρωτοχρονιᾶς εἶναι μακρά καί ἀνώμαλος. Ἴσως ὅμως γι᾿ αὐτό ἔχει καί περισσότερο ἐνδιαφέρον. Δέν θά παρακολουθήσωμε ὅλον αὐτόν τόν λαβύρινθο. Καί μόνο μιά ματιά στό πλῆθος καί στήν ποικιλία τῶν ἡμερολογίων, πού βρῆκε ὁ Χριστιανισμός κατά τήν πρώτη περίοδο τῆς ζωῆς του, εἶναι ἱκανή νά μᾶς δημιουργήσῃ τήν ἐντύπωσι βιβλικῆς Βαβέλ.                    Σχεδόν κάθε πόλις καί περιοχή εἶχε τό ἰδικό της ἡμερολόγιο, πού πολλές φορές καί αὐτό διεκρίνετο σέ παλαιό καί σέ νέο. Αὐτό κυρίως ὠφείλετο στήν ἔλλειψι σταθεροῦ κριτηρίου γιά τήν μέτρησι τοῦ χρόνου, φυσικά καί στήν διάσπασι τῶν λαῶν τῆς γῆς. Ὁ ἥλιος καί ἡ σελήνη καί τά φυσικά φαινόμενα ἔδιδαν σέ ὅλους τούς λαούς τά μέτρα τῆς διαιρέσεως τοῦ χρόνου. Τό γράφει καί ἡ Γένεσις: «Καί εἶπεν ὁ Θεός· γενηθήτωσαν φωστῆρες ἐν τῷ στερεώματι τοῦ οὐρανοῦ εἰς φαῦσιν ἐπί τῆς γῆς, τοῦ διαχωρίζειν ἀνά μέσον τῆς ἡμέρας καί ἀνά μέσον τῆς νυκτός· καί ἔστωσαν εἰς σημεῖα καί εἰς καιρούς καί εἰς ἡμέρας καί εἰς ἐνιαυτούς» (Γενέσ. 1, 14).

 

Ἀλλ᾿ ἀπό τοῦ σημείου αὐτοῦ μέχρι τοῦ νά ὑπάρξῃ κοινός τρόπος καταμετρήσεως τοῦ χρόνου ἡ ἀπόστασις εἶναι μεγάλη. Τό ἡλιακό καί τό σεληνιακό ἔτος, ἡ ἐναλλαγή τῶν ἐποχῶν τοῦ ἔτους καί τῶν φάσεων τῆς σελήνης, δέν μᾶς δίδουν τό ἴδιο μέτρο. Οὔτε ἦταν εὔκολος, ἰδίως μέ τίς ἀστρονομικές γνώσεις τῆς ἐποχῆς, ὁ ὑπολογισμός μέ ἀπόλυτο ἀκρίβεια τῆς διαρκείας τῶν περιόδων αὐτῶν. Ἄς προστεθῇ σ᾿ αὐτά καί ἡ παράλογος πολλές φορές, ἰδίως σέ τέτοιου εἴδους θέματα, συντηρητικότης τῶν ἀνθρώπων, πού προτιμοῦν νά μένουν προσκεκολλημένοι σέ μία παλαιά, ἀποδεδειγμένως ἐσφαλμένη, μορφή, ἀπό φόβο πρός τό νέο καί τό ἄγνωστο.                                                   Εἰδικώτερα γιά τήν ἐκλογή τῆς ἡμέρας τῆς ἐνάρξεως τοῦ ἔτους τό κριτήριο ἦταν ἀκόμη περισσότερο ἀσταθές, ἀνάλογα μέ τίς προϋποθέσεις πού ἐπικρατοῦσαν. Ἄν δηλαδή θά ἐλαμβάνετο ὡς ἀρχή τό ἡλιοστάσιο καί ποῖο ἀπό τά δύο, τό θερινό ἤ τό χειμερινό, ἄν ἡ ἰσημερία καί ποία ἀπό τίς δύο, ἡ ἐαρινή ἤ ἡ φθινοπωρινή, ἄν οἱ ἐποχές τοῦ ἔτους καί ποιά ἀπό τίς τέσσαρες, ἄν καμμία θρησκευτική ἑορτή ἤ κάποιο σημαντικό πολιτικό γεγονός. Ὅλοι αὐτοί οἱ σταθμοί χρησιμοποιοῦνται ὡς ἀφετηρία τοῦ ἔτους στά ἐπί μέρους τοπικά ἡμερολόγια.                                                                 Πολλές φορές ἔχομε στό ἴδιο ἡμερολόγιο διάφορες πρωτοχρονιές, παλαιά καί νεωτέρα, θρησκευτική καί πολιτική κλπ. Ἔτσι στήν Ρώμη κατά τό παλαιό ἡμερολόγιο τοῦ Ναουμᾶ Πομπηλίου ἀρχή τοῦ ἔτους ἦταν ἡ 1η Μαρτίου, τοῦ πρώτου μηνός τῆς ἀνοίξεως. Ἀπό αὐτό τό ἡμερολόγιο διατηροῦνται ἀκόμη τά ὀνόματα τοῦ ἑβδόμου, ὀγδόου, ἐνάτου καί δεκάτου μηνός (Σεπτέμβριος, Ὀκτώβριος, Νοέμβριος καί Δεκέμβριος), καίτοι κατά τό νεώτερο ἡμερολόγιο ἡ ἀρίθμησίς των εἶναι διαφορετική.                                                              Ὁ Ἰούλιος Καῖσαρ μετερρύθμισε τό ἡμερολόγιο τοῦ Ναουμᾶ τό ἔτος 45 π.Χ (Ἰουλιανόν ἡμερολόγιον) καί πρώτη τοῦ ἔτους καθωρίσθη ἡ 1η Ἰανουαρίου. Ἡ ἡμέρα αὐτή ἑωρτάζετο ἀπό τούς ἐθνικούς μέ μεγάλη ἐπισημότητα, θυσίες, μεταμφιέσεις, τυχηρά παιγνίδια, μέθες καί ὄργια. Μερικά ἀπό τά ἔθιμα αὐτά ἐπεβίωσαν στίς χριστιανικές κοινωνίες, παρά τήν ἀντίδρασι τῶν Πατέρων καί τίς ἀπαγορεύεις τῶν Συνόδων.                                    Ἡ 1η Ἰανουαρίου πάντως παρέμεινε ὡς πρώτη τοῦ ἔτους στήν Δύσι καί μετά τήν πλήρη ἐπικράτησι τοῦ χριστιανισμοῦ, ἄν καί σέ ὡρισμένα μέρη της ὡς πρώτη τοῦ ἔτους ἐθεωρεῖτο ἡ 1η Μαρτίου, ἡ παλαιά πρωτοχρονιά, τά Χριστούγεννα, ὁ Εὐαγγελισμός ἤ τό Πάσχα. Στήν Ἀνατολή ὑπῆρχαν περισσότερα ἡμερολόγια καί περισσότερες πρωτοχρονιές. Οἱ Ἑβραῖοι ὡς πρῶτο μῆνα θεωροῦσαν τόν σεληνιακό μῆνα Νισάν, τόν πρῶτο τῆς ἀνοίξεως, κατά τήν πανσέληνο τοῦ ὁποίου (14 Νισάν) ἑώρταζαν τό Πάσχα. Ἀργότερα ὡς πρῶτο μῆνα ὥρισαν τόν Τισρί, τόν πρῶτο σεληνιακό μῆνα τοῦ φθνοπώρου. Ἐπί μακρό πάντως χρονικό διάστημα συνυπῆρχαν οἱ δύο πρωτοχρονιές, ἡ 1η τοῦ Νισάν καί ἡ 1η τοῦ Τισρί.                                                 Τά περισσότερα τοπικά προχριστιανικά ἡμερολόγια τῆς Ἀνατολῆς, ὅπως τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καί τῆς Ἐφέσου, τῆς Κρήτης, τῆς Κύπρου, τῆς Βιθυνίας καί τῆς Ἡλιουπόλεως τῆς Συρίας εἶχαν ὡς πρωτοχρονιά τήν ἡμέρα τῆς φθινοπωρινῆς ἰσημερίας, τήν 24η Σεπτεμβρίου, ἤ τήν πλησιεστέρα πρός αὐτήν ἀρχή νέου μηνός, δηλαδή τήν 1η Ὀκτωβρίου, ὅπως τά ἡμερολόγια τῆς Ἀντιοχείας καί τῆς Σελευκείας τῆς Συρίας.

 

Ἡ 23η Σεπτεμβρίου ἐν τῷ μεταξύ ἔγινε ἡ ἐθνική ἑορτή τοῦ ρωμαϊκοῦ κράτους, γιατί ἦταν ἡ γενέθλιος ἡμέρα τοῦ Ὀκταβιανοῦ Αὐγούστου. Στήν 23η λοιπόν τοῦ Σεπτεμβρίου μετετέθη ἀπό τήν 24η ἡ πρώτη τοῦ ἔτους. Ἡ 23η Σεπτεμβρίου ὡρίσθη τό 312 μ. Χ. ὡς ἀρχή τῆς Ἰνδίκτου ἤ τῆς Ἰνδικτιῶνος, δηλαδή τῆς περιόδου τοῦ περί φόρου ρωμαϊκοῦ διατάγματος, πού ἴσχυε γιά 155 ἔτη. Ἴνδικτος βραδύτερον κατήντησε νά σημαίνῃ καί τήν περίοδο ἑνός ἔτους, ἀρχή δέ τῆς Ἰνδίκτου τήν πρωτοχρονιά. Αὐτήν τήν πρωτοχρονιά τῆς 23ης Σεπτεμβρίου ἐδέχθη κατά πρῶτον καί ἐξεχριστιάνισε ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἀνατολῆς. Σ᾿ αὐτήν ἐτέθη τό πρῶτο γεγονός τῆς εὐαγγελικῆς ἱστορίας, ἡ σύλληψις τοῦ Βαπτιστοῦ. Ἀπό αὐτήν ἤ τήν μετά ἀπό αὐτήν Δευτέρα ἤρχιζε ἡ κατά συνέχειαν ἀνάγνωσις τοῦ Εὐαγγελίου, ἀπό τό Κατά Λουκᾶ Εὐαγγέλιο, πού ἐκτός ἀπό τήν σύλληψι τοῦ Βαπτιστοῦ μᾶς ἀφηγεῖται καί ἄλλα γεγονότα τῆς ἀρχῆς τῆς ἱστορίας τῆς Καινῆς Διαθήκης, πού δέν μᾶς διέσωσαν οἱ ἄλλοι εὐαγγελισταί, ὅπως τόν εὐαγγελισμό τῆς Θεοτόκου, τήν ἐπίσκεψι στήν Ἐλισάβετ καί τήν γέννησι τοῦ Προδρόμου. Τό ἔτος 462 μ.Χ. μετετέθη ἡ πρώτη τοῦ ἔτους στήν 1η Σεπτεμβρίου γιά πρακτικούς λόγους καί γιά νά συμπίπτῃ πρώτη τοῦ ἔτους καί πρώτη τοῦ μηνός.                                                                               Ἡ ἡμέρα αὐτή ἦταν εἰς τό ἑξῆς ἡ ἀρχή τῆς Ἰνδίκτου, ἡ πρωτοχρονιά, καθ᾿ ὅλη τήν βυζαντινή περίοδο. Καί αὐτή καθηγιάσθη ἀπό τήν Ἐκκλησία. Ἡ ἀκολουθία τῆς 1ης Σεπτεμβρίου, πού περιέχεται σήμερα στά λειτουργικά μας βιβλία, ἀναφέρεται κατά μέγα μέρος στήν πρώτη τοῦ ἔτους. Τό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα τῆς λειτουργίας ἐλήφθη πάλι ἀπό τόν εὐαγγελιστή Λουκᾶ, πού περιγράφει τήν πρώτη δημοσία ἐμφάνισι τοῦ Κυρίου στήν συναγωγή τῆς Ναζαρέτ καί τό πρῶτό Του κήρυγμα γιά τόν «ἐνιαυτόν Κυρίου δεκτόν» (Λουκ. 4, 16 ἐξ.).                                                                     Τό Τυπικό τῆς Ἁγίας Σοφίας Κωνσταντινουπόλεως τοῦ Ι´ αἰῶνος προβλέπει λιτανεία «εἰς τόν φόρον» καί τό Τυπικό τῆς Ἁγίας Σοφίας Θεσσαλονίκης τοῦ ΙΕ´ αἰῶνος λιτανεία ἀνά τήν πόλιν καί ἁγιασμό ὑδάτων. Τό τελευταῖο αὐτό μᾶς διασώζει καί τίς αἰτήσεις τῆς ἐκτενοῦς, πού ἐλέγοντο ἀπό τόν ἀρχιερέα εἰς τό τέλος τῆς λιτανείας: «Ὑπέρ τῆς οἰκουμενικῆς καταστάσεως καί εὐσταθείας τῶν ἁγίων τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησιῶν καί τῆς τῶν πάντων ἑνώσεως…». «Ὑπέρ τῆς ἀπολυτρώσεως τῶν ψυχῶν ἡμῶν καί ὑπέρ τοῦ συντριβῆναι τόν Σατανᾶν ὑπό τούς πόδας ἡμῶν καί ὑπέρ τοῦ ἄσειστον καί ἄφλεκτον καί ἀναίμακτον διαφυλαχθῆναι τήν πόλιν ταύτην καί πᾶσαν πόλιν καί χώραν…».                      Ὅταν κατά τούς νεωτέρους χρόνους ἡ ρωμαϊκή πρωτοχρονιά τῆς 1ης Ἰανουαρίου ἦλθε καί στήν Ἀνατολή, ἡ Ἐκκλησία γιά διαφόρους λόγους δέν εἶχε πιά τήν δύναμι νά τήν ἀφομοίωσῃ καί νά τήν ἐκχριστιανίσῃ. Ἔμεινε προσκεκολλημένη στήν μεσαιωνική της πρωτοχρονιά, στήν ἀρχή τῆς Ἰνδίκτου, τήν 1η Σεπτεμβρίου, σέ μία ἡμέρα πού δέν ἦταν πιά πρωτοχρονιά. Κατά τήν 1η Ἰανουαρίου ἀκούονται σήμερα στούς ναούς μας λόγοι γιά τήν πρώτη τοῦ ἔτους κατά τό κήρυγμα – καί αὐτό εἶναι μέρος τῆς θείας λατρείας – καί στό τέλος τῆς λειτουργίας γίνεται μία δοξολογία ἀνάμικτη μέ δέησι γιά τήν εὐλογία τοῦ νέου χρόνου, πού ἔχει εἰσαχθῆ κάπως ἐμβαλωματικά στό κατά τά ἄλλα ἄσχετο πρός τήν πρώτη τοῦ ἔτους λειτουργικό περιεχόμενο τῆς ἡμέρας.

 

Ἕνα ἀπαραμίλλου ὅμως κάλλους ὑμνογραφικό ὑλικό μένει ἀνεκμετάλλευτο, καταχωσμένο κάτω ἀπό τά ἐρείπια τῆς παλαιᾶς πρωτοχρονιᾶς, τῆς 1ης Σεπτεμβρίου. Ἀπό αὐτό θά ἀνασύρωμε μερικά ἐκλεκτά τροπάρια: Τό ἰδιόμελο τοῦ πλ. β´ ἤχου, ποίημα τοῦ ὑμνογράφου Βυζαντίου, πού ψάλλεται στό «Καί νῦν» τῶν στιχηρῶν τοῦ ἑσπερινοῦ· «Ὁ Πνεύματι ἁγίῳ συνημμένος…». Τό πρῶτο κάθισμα τοῦ πλ. δ´ ἤχου, προσόμοιον τοῦ «Τήν Σοφίαν καί Λόγον»· «Ὁ καιρούς καρποφόρους…».                                                                                                            Τό πρῶτο ἐξαποστειλάριο «Θεέ θεῶν καί Κύριε…». Καί τέλος τό δεύτερο στιχηρό τῶν αἴνων, ἰδιόμελο τοῦ δ´ ἤχου, ποίῃμα Ἰωάννου μοναχοῦ· «Ἡ βασιλεία σου, Χριστέ ὁ Θεός…». Καί τά τέσσαρα αὐτά τροπάρια, ὅπως καί ὅλα τά ἄλλα τῆς ἡμέρας ἐκείνης, εἶναι γεμᾶτα ἐμπιστοσύνη πρός τόν Θεό, τόν δημιουργό καί προνοητή τοῦ παντός· στά χέρια Του ἀφήνουν τούς πόθους καί τούς φόβους τοῦ λαοῦ Του· ζητοῦν νά χαρίσῃ ὁ Θεός στόν κόσμο Του τήν εἰρήνη, νά κατευθύνῃ τά ἔργα τῶν χειρῶν τῶν δούλων Του, νά δώσῃ ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καί εὐκαιρίες δοξολογίας τοῦ ὀνόματός Του καί νά εὐλογήσῃ «τόν στέφανον τοῦ ἐνιαυτοῦ τῆς χρηστότητός» Του. Τί ἄλλα καλλίτερα καί πληρέστερα αἰτήματα θά μποροῦσε νά ἀπευθύνῃ ὁ ἄνθρωπος στόν Θεό κατά τήν ἀνατολή τοῦ νέου ἔτους;

 

 

*Ἀπόσπασμα ἀπό τό βιβλίο «ΛΟΓΙΚΗ ΛΑΤΡΕΙΑ»

 

Ανθολόγιο Συμβουλών αγίου  Γέροντος Πορφυρίου      (Βίος και Λόγοι, εκδ. Ι. Μ. Χρυσοπηγής Κρήτης)

 

Κανείς νά μή σᾶς βλέπει, κανείς νά μήν καταλαβαίνει τίς κινήσεις τῆς λατρείας σας πρός τό θεῖον. Ὅλ’ αὐτά κρυφά, μυστικά, σάν τούς ἀσκητές. Θυμάστε ποὺ σᾶς ἔχω πεῖ γιά τ’ ἀηδονάκι; Μές στό δάσος κελαϊδάει. Στή σιγή. Νά πεῖ πὼς κάποιος τ’ ἀκούει, πὼς κάποιος τό ἐπαινεῖ; Πόσο ὡραῖο κελάηδημα στήν ἐρημιά! Ἔχετε δεῖ πῶς φουσκώνει ὁ λάρυγγάς του; Ἔτσι γίνεται καί μ’ αὐτόν πού ἐρωτεύεται τόν Χριστό. Ἅμα ἀγαπάει, «φουσκώνει ὁ λάρυγγας, παθαίνει, μαλλιάζει ἡ γλώσσα». Πιάνει μιὰ σπηλιά, ἕνα λαγκάδι καί ζεῖ τόν Θεό μυστικά, «στεναγμοῖς ἀλαλήτοις».

Περιφρονῆστε τά πάθη, μήν ἀσχολεῖσθε μέ τόν διάβολο. Στραφεῖτε στόν Χριστό.

Ἡ θεία χάρις μᾶς διδάσκει τό δικό μας χρέος. Γιά νά τήν προσελκύσουμε, θέλει ἀγάπη, λαχτάρα. Ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ θέλει θεῖο ἔρωτα. Ἡ ἀγάπη ἀρκεῖ, γιά νά μᾶς φέρει σέ κατάλληλη «φόρμα» γιά προσευχή. Μόνος Του θά ἔλθει ὁ Χριστός καί θά ἐγκύψει στήν ψυχή μας, ἀρκεῖ νά βρεῖ ὁρισμένα πραγματάκια πού νά Τόν εὐχαριστοῦν· ἀγαθή προαίρεση, ταπείνωση καί ἀγάπη. Χωρίς αὐτά δέν μποροῦμε νά ποῦμε «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ἐλέησόν με»

 

Ερμηνεία της θείας Λειτουργίας (7)
ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΤΟΥ ΚΑΒΑΣΙΛΑ

 

Η ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ  - Αντίφωνα


Έπειτα αρχίζουν οι ψαλμωδίες που περιέχουν θεόπνευστα λόγια από τους Προφήτες. Τα αντίφωνα – έτσι λέγονται – μας αγιάζουν και μας προπαρασκευάζουν για το μυστήριο. Ταυτόχρονα όμως μας θυμίζουν τα πρώτα χρόνια της παρουσίας του Χριστού στη γη, τότε που Εκείνος δεν φαινόταν ακόμα στον πολύ κόσμο, και για αυτό ήταν απαραίτητα τα προφητικά λόγια. Όταν αργότερα εμφανίστηκε ο Ίδιος, δεν υπήρχε πλέον ανάγκη των προφητών, αφού Τον έδειχνε παρόντα ο Βαπτιστής Ιωάννης.


Μικρή είσοδος

 

Την ώρα που ψάλλεται το τρίτο αντίφωνο, γίνεται η είσοδος του Ευαγγελίου με τη συνοδεία λαμπάδων. Το Ευαγγέλιο το κρατάει ο διάκονος ή, αν δεν υπάρχει διάκονος, ο ιερέας. Ενώ λοιπόν αυτός πρόκειται να εισέλθει στο Ιερό, στέκεται σε μικρή απόσταση από την Ωραία Πύλη και παρακαλεί τον Θεό να τον συνοδεύσουν άγιοι άγγελοι, για να γίνουν συμμέτοχοί του στην ιερουργία και τη δοξολογία. Στη συνέχεια σηκώνει ψηλά το Ευαγγέλιο, το δείχνει στους πιστούς και, αφού εισέλθει στο Θυσιαστήριο, το αποθέτει στην αγία Τράπεζα.

Η ύψωση του Ευαγγελίου συμβολίζει την ανάδειξη του Κυρίου όταν άρχισε να εμφανίζεται στα πλήθη. Γιατί με το Ευαγγέλιο δηλώνεται ο ίδιος ο Χριστός. Τώρα λοιπόν που φανερώνεται ο Χριστός, κανείς δεν προσέχει τα λόγια των Προφητών, γι’ αυτό, μετά τη μικρή Είσοδο, ψάλλουμε ό,τι έχει σχέση με την καινούρια ζωή που έφερε ο Χριστός. Υμνούμε τον ίδιο τον Χριστό για όσα έκανε για μας. Εγκωμιάζουμε επίσης την Παναγία ή άλλους Αγίους, ανάλογα με την εορτή ή τον Άγιο που τιμά η Εκκλησία κάθε φορά.


 

 

ΑΠΟ ΤΟ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ  

Εύκολα μην πιστεύετε σε ό, τι ακούτε, για τι είναι και μερικοί που τα λένε όπως εκείνοι τα καταλαβαίνουν.

Πήγε μια φορά ένας στον Χατζηαφεντή και του λέει: «Να έχω την ευχή σου, Χατζηεφεντή, εκατό φίδια μαζεύτηκαν εκεί επάνω». «Εκατό φίδια; Πού βρέθηκαν;», απόρησε ο Άγιος Αρσένιος. «Ε, αν δεν ήταν εκατό, πενήντα θα ήταν σίγουρα». «Πενήντα φίδια!». «Είκοσι πέντε πάντως θα ήταν»!                                                «Είκοσι πέντε φίδια άκουσες να μαζεύτηκαν ποτέ;», του λέει πάλι ο Άγιος. Μετά του λέει ότι ήταν δέκα οπωσδήποτε. «Καλά, του λέει ο Άγιος, συνέδριο είχαν και μαζεύτηκαν δέκα φίδια; Πάψε. Δεν είναι δυνατόν!». «Πέντε θα ήταν», λέει τότε εκείνος. «Πέντε;». «Ε, δύο θα ήταν». Ύστερα τον ρωτάει ο Άγιος Αρσένιος: «Τα είδες;».                                             «Όχι, λέει, τα άκουσα να κάνουν μέσα στα κλαδιά “σσσς…”». Μπορεί δηλαδή να ήταν και καμιά σαύρα!... Εγώ από όσα ακούω ποτέ δεν βγάζω συμπεράσματα, χωρίς να εξετάσω. Άλλος μπορεί να λέει κάτι, για να κατηγορήσει, άλλος να το λέει απλά και άλλος σκόπιμα. Τι σκανδαλοποιοί είναι μερικοί! Ήταν δύο φίλοι στην Κόνιτσα πολύ αγαπημένοι. Τις γιορτές και τις Κυριακές δεν γύριζαν μέσα στην πόλη. Έρχονταν στο μοναστήρι, στο Στόμιο. Έψελναν κιόλας. Ύστερα ανέβαιναν στο βουνό, στην Γκαμήλα. Μια μέρα ένας διεστραμμένος τύπος τους έβαλε σκάνδαλα.                    Πάει στον ένα και του λέει: «Ξέρεις τι είπε για σένα αυτός; Αυτό και αυτό». Αμέσως έγιναν και οι δύο θηρία και πιάνουν έναν καυγά μέσα στο μοναστήρι! Εν τω μεταξύ εκείνος που έβαλε το φυτίλι έφυγε, και αυτοί δώστου να μαλώνουν. Ο μικρότερος ήταν και λίγο νευρικός και έβριζε τον μεγαλύτερο. «Τώρα, λέω, τι να κάνω; Βρε τον πειρασμό, τι κάνει!». Πάω και λέω στον μεγάλο: «Kοίταξε, μικρός είναι. Αφού είναι και λίγο νευρικός, μην τον παρεξηγείς. Ζήτησέ του συγγνώμη». «Πάτερ, τι συγγνώμη να ζητήσω, μου λέει, δεν βλέπεις πώς με βρίζει; Εγώ ούτε καν έχω ιδέα από αυτά που λέει». Πάω και στον μικρό και του λέω: «Κοίταξε, μεγάλος είναι. Δεν είναι έτσι που τα βλέπεις τα πράγματα.    Πήγαινε, ζήτησε του συγγνώμη». Αρπάχθηκε εκείνος. Έβαλε τις φωνές: «Θα μαλώσουμε και μαζί, Πάτερ!». «Ε, να μαλώσουμε, ρε Παντελή! Άφησέ με όμως να ετοιμασθώ λίγο…», του είπα και έφυγα. Έξω από το μοναστήρι είχα κάτι ξύλα μακριά, για να φράξω τον κήπο. Πάω, παίρνω από τετρακόσια μέτρα μακριά ένα ξύλο κοντά στα πέντε μέτρα και το σβάρνιζα σιγά-σιγά, για να τον κάνω να γελάσει. Εκείνος άκουγε που το σβάρνιζα, αλλά πού να φαντασθεί τι το ήθελα! Μπήκα μέσα στην αυλή, σβαρνίζοντας το ξύλο, μέχρι που έφθασα κάτω από τον νάρθηκα. «Σταμάτα, ρε Παντελή, να μαλώσουμε!», του λέω. Έσκασαν στα γέλια και οι δύο, μόλις κατάλαβαν τι το ήθελα το ξύλο! Αυτό ήταν. Έσπασε ο πάγος. Έσκασε ο διάβολος. «Είστε στα καλά σας; τους λέω. Τι είναι αυτά;». Και αγαπήθηκαν πάλι.      

Πηγή: Από το βιβλίο «Πνευματική Αφύπνιση»
Γέροντος Παΐσιου Αγιορείτου Λόγοι Β’

 

ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΚΑΤΗΧΗΣΗ

 

Ο ΑΓΙΑΣΜΟΣ ΤΩΝ ΘΕΟΦΑΝΕΙΩΝ

1. ῾Ο ἁγιασμός τῶν Θεοφανείων λέγεται μεγάλος ἁγιασμός γιά νά διακρίνεται ἀπό τόν μικρό ἁγιασμό. ῾Ο μικρός ἁγιασμός (πού εἶναι ἄγνωστος ὁ χρόνος εἰσαγωγῆς του στήν ᾽Εκκλησία, ὁπωσδήποτε ὅμως πρό τοῦ 8ου μ. Χ. αἰώνα) τελεῖται κάθε πρώτη τοῦ μηνός στούς ῾Ιερούς Ναούς, ὅπως καί στούς οἴκους τῶν χριστιανῶν, ἀλλά καί ὁποιαδήποτε ἄλλη στιγμή, ὅταν ζητηθεῖ κάτι τέτοιο. ῾Ο μεγάλος ὅμως ἁγιασμός (ὁ ὁποῖος εἶναι γνωστός ἤδη ἀπό τόν 5ο μ.Χ. καί ξεκίνησε ὡς ἁγιασμός τῶν ὑδάτων σέ ἀνάμνηση τῆς Βαπτίσεως τοῦ Κυρίου στήν παννυχίδα πού τελεῖτο ἀπό τήν παραμονή τῆς ἑορτῆς, προκειμένου νά βαπτιστοῦν στή συνέχεια οἱ κατηχούμενοι ὥστε νά μετάσχουν στή θεία Κοινωνία, ἐξ οὗ καί τό ῾ὅσοι εἰς Χριστόν ἐβαπτίσθητε᾽ στή θέση τοῦ τρισαγίου) τελεῖται μόνο δύο φορές τόν χρόνο: τήν παραμονή τῶν Θεοφανείων καί ἀνήμερα τῆς ἑορτῆς. ῾Η δεύτερη φορά τελέσεως τοῦ ἁγιασμοῦ προῆλθε ἀπό λόγους πρακτικούς: ὄχι μόνο οἱ κατηχούμενοι, ἀλλά καί οἱ ἤδη βαπτισμένοι ἔπαιρναν τό ἁγιασμένο ὕδωρ ῾εἰς ἴασιν ψυχῆς καί σώματος᾽. Καί τις δύο φορές εἶναι εὐνόητο ὅτι τελεῖται ἀκριβῶς ἡ ἴδια ἀκολουθία.

 

2. ῾Η διαφορά μεταξύ τῶν δύο ἁγιασμῶν – πέρα τῆς χρονικῆς στιγμῆς πού τελεῖτο ὁ καθένας καί πέρα τοῦ χαρακτήρα πού εἶχε – βρίσκεται στήν ἔκτασή τους. ῾Ο μικρός ἁγιασμός περιέχει λιγότερα λόγια ἀπό τόν μεγάλο καί αὐτό κυρίως δηλώνεται μέ τήν ὀνομασία τους. ῾Η παροχή ὅμως ἁγιασμοῦ εἶναι ἡ ἴδια. Δέν παρέχει ἄλλη χάρη ὁ μεγάλος ἁγιασμός καί ἄλλη ὁ μικρός. Καί τοῦτο γιατί καί οἱ δύο τό ἴδιο ἅγιο Πνεῦμα ἐπικαλοῦνται καί τήν ἴδια χάρη τοῦ ᾽Ιορδάνη ποταμοῦ λόγω τῆς ἐμβάπτισης σ᾽ αὐτόν τοῦ ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ διά τοῦ Σταυροῦ Του συνεχίζουν καί διαιωνίζουν. Συμβαίνει ἴσως κάτι παρόμοιο μέ τόν χαρακτηρισμό τῶν προφητῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ὡς μεγάλων καί μικρῶν. ῾Η διαφορά μεταξύ τους δέν βρίσκεται στή σπουδαιότητα τῶν προφητειῶν τους, ἀλλά στό πλῆθος τῶν σελίδων πού μᾶς ἔχουν ἀφήσει.

 

3. ᾽Ο ἁγιασμός εἴτε μεγάλος εἴτε μικρός δέν τίθεται στήν ἴδια θέση μέ τή Θεία Κοινωνία. Εἶναι μεγάλος λάθος αὐτό πού λένε ὁρισμένοι χριστιανοί ὅτι μποροῦν νά ἀντικαταστήσουν τή Θεία Κοινωνία μέ τόν ἁγιασμό (μόνο σ᾽ αὐτούς πού δέν τούς ἐπιτρέπεται ἡ Θεία Κοινωνία γιά διαφόρους πνευματικούς λόγους ὑπάρχει ὡς συγκατάβαση ἀπό τόν πνευματικό ἡ λήψη τοῦ ἁγιασμοῦ). Στή Θεία Κοινωνία πού εἶναι τό κατεξοχήν μυστήριο στό ὁποῖο φανερώνεται ἡ ᾽Εκκλησία, ἔχουμε τόν ἴδιο τόν Κύριο ὑπό τά εἴδη τοῦ ἄρτου καί τοῦ οἴνου, γι᾽ αὐτό καί ἡ χάρη πού παρέχει εἶναι δραστική, δηλαδή ἐπιδρᾶ στόν κοινωνοῦντα εἴτε εἶναι σωστά προετοιμασμένος εἴτε ὄχι. ᾽Επιδρᾶ θετικά σ᾽ αὐτόν πού εἶναι σωστά προετοιμασμένος, δηλαδή τόν κάνει καλύτερο καί τόν ἁγιάζει, ἐνῶ ἐπιδρᾶ ἀρνητικά σ᾽ αὐτόν πού προσέρχεται μέ ἀμετανοησία καί χωρίς ἐπίγνωση, δηλαδή τόν κάνει χειρότερο καί πιό σκοτεινιασμένο στόν νοῦ. Στόν ἁγιασμό ὅμως ἔχουμε ὄχι ἕνα μυστήριο, ἀλλά μία ἁγιαστική λεγόμενη πράξη, πού σημαίνει ὅτι παρέχεται μέν ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ, ἀλλά ὄχι μέ τόν δραστικό τρόπο πού δρᾶ ἕνα μυστήριο. Γι᾽ αὐτό καί ἐνῶ ἡ Θεία Κοινωνία εἶναι ὑποχρεωτική καί ἀπαραίτητη στόν πιστό πρός σωτηρία, δέν συμβαίνει τό ἴδιο μέ τόν ἁγιασμό. Δέν εἶναι τυχαῖο ἄλλωστε ἐπ᾽ αὐτοῦ ὅτι μετά τή Θεία Κοινωνία ὑπάρχει ὡς πρακτική εἴτε ἡ λήψη τοῦ ἁγιασμοῦ εἴτε ἡ λήψη τοῦ ἀντιδώρου. Στό ῞Αγιον ῎Ορος μάλιστα ἔχουμε μάθει ὅτι ἐνῶ φαίνεται ὅτι πρέπει νά προηγηθεῖ ὁ ἁγιασμός, προηγεῖται τό ἀντίδωρο καί ἀκολουθεῖ ὁ ἁγιασμός, γιατί αὐτό διευκολύνει τήν ἴδια τήν πράξη.

 

4. ῾Ο ἁγιασμός μπορεῖ νά κρατηθεῖ στό σπίτι ὅλον τόν χρόνο ὡς μέσο ἁγιασμοῦ τῶν πιστῶν. ῾Η ἀντίληψη ὅτι δέν κρατεῖται μᾶλλον προῆλθε ἀπό αὐτό πού συμβαίνει μέ τή Θεία Κοινωνία, ἡ ὁποία πρέπει νά καταλυθεῖ τήν ἴδια ἡμέρα. Γιά νά καταλάβει κανείς τό ἐσφαλμένο τῆς ἀντίληψης αὐτῆς δέν ἔχει παρά νά σκεφτεῖ ὅτι στούς πρώτους χριστιανικούς αἰῶνες οἱ χριστιανοί πού συνήθιζαν νά κοινωνοῦν κάθε ἡμέρα καί γιά διαφόρους λόγους δέν μποροῦσαν νά ἔρχονται στή Θεία Λειτουργία εἶχαν τήν ἄδεια ἀπό τήν ᾽Εκκλησία νά ἔχουν τή Θεία Κοινωνία στό σπίτι τους γιά τήν καθημερινή μετάληψή τους. Εἶναι αὐτονόητο ὅμως ὅτι ὁ χριστιανός πού κρατεῖ τόν ἁγιασμό στό σπίτι θά πρέπει νά προσέχει ὥστε ἡ ζωή του νά εἶναι πράγματι χριστιανική. Σπίτι πού ἀκούγονται βλασφημίες καί ὕβρεις, πού δέν γίνεται προσευχή, πού δέν ὑπάρχει ἐπίγνωση ὅτι ὡς χριστιανοί εἴμαστε μέλη Χριστοῦ, πού μ᾽ ἕναν λόγο τό σπίτι δέν εἶναι ῾λειτουργημένο καί λιβανισμένο᾽, εἶναι ἀνάξιο νά ἔχει ὄχι ἁγιασμό ἀλλά οὔτε κἄν εἰκόνα. ῎Αν ὅμως δέν συμβαίνει τό παραπάνω, τότε καί κρατᾶμε τόν ἁγιασμό καί τόν χρησιμοποιοῦμε πρός μετάληψη, μετά ἀπό προσευχή βεβαίως καί μετάνοια, ἰδίως σέ δύσκολες καί κρίσιμες στιγμές τῆς ζωῆς μας.

 

5. Μέ βάση τά παραπάνω συνειδητοποιοῦμε καί τό ἑξῆς: ἄν δέν ἔλθει ὁ ἱερέας γιά διαφόρους λόγους γιά νά ἁγιάσει τό σπίτι μας - ἰδίως σέ πολυκατοικίες πού μερικές φορές μάλιστα δέν ἔχει καί ἀσανσέρ – τότε μποροῦν οἱ πιστοί μέ τόν ἁγιασμό πού παίρνουν ἀπό τόν ἱερό Ναό νά ἁγιάσουν τό σπίτι. Μή ξεχνᾶμε ἄλλωστε ὅτι κατά τήν πίστη μας ὅλοι οἱ βαπτισμένοι στό ὄνομα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ ἔχουν τή λεγόμενη γενική ἤ πνευματική ἱερωσύνη. ῾Ως ῾βασίλειον ἱεράτευμα᾽ λοιπόν μποροῦν νά προβαίνουν στόν ἁγιαστικό αὐτόν ραντισμό.

 

6. ῾Υπενθυμίζουμε τέλος ὅτι ὁ σωστός ἑορτασμός τῶν Θεοφανείων βρίσκεται στήν ἀπό νωρίς συμμετοχή μας στίς ἀκολουθίες καί κυρίως στήν ἑτοιμασία μας νά κοινωνήσουμε τῶν ἀχράντων μυστηρίων. ῞Ολες οἱ ἑορτές ἄλλωστε τῆς ᾽Εκκλησίας μας γι᾽ αὐτό ὑπάρχουν καί γίνονται: νά μᾶς βοηθήσουν νά παίρνουμε μέσα μας τόν Χριστό καί νά ἔτσι νά ζοῦμε τή δική Του ζωή ὡς δική μας.

Πηγή: π. Γεώργιος Δορμπαράκης

ΑΝΤΙ ΕΠΙΛΟΓΟΥ
Επιμέλεια:
Δημήτρης Νέντας - Πρωτοψάλτης

Περί της χρονικής διάρκειας της θείας λειτουργίας*

(…) Η θεία λειτουργία δεν έχει ανάγκη να συντμηθεί για να γίνει πιο σύντομη. Θα έλεγα μάλιστα το αντίθετο. Η ευπρεπής τέλεσή της επιβάλλει την επιστροφή σε πιο ακριβείς και πλήρεις μορφές, εκεί όπου η κακή εξέλιξη στους ενοριακούς ναούς, της πατρίδος μας ιδιαιτέρως, έχει επιφέρει φθορές που ζημιώνουν την παραδοσιακή και λειτουργικά άρτια δομή της.         (…) Εκείνο όμως που μακρύνει το χρόνο της διάρκειας της θείας λειτουργίας και την κάνει ενδεχομένως κουραστική, δεν είναι τόσο το τι λέγεται και ψάλλεται κατ’ αυτή, αλλά το πώς λέγεται και πως ψάλλεται. Όσοι είχαν την ευτυχία να λειτουργήσουν ή να λειτουργηθούν στο Άγιον Όρος έχουν άμεση εμπειρία πως λαμπρές λειτουργίες με τυπικά και μακαρισμούς, με τέσσερα αναγνώσματα (διπλές περικοπές αποστόλου και ευαγγελίου), εκτενή και διπλά πληρωτικά και χωρίς να παραλειφθεί τίποτε από τα προβλεπόμενα από την τάξη, μόλις διαρκούν μια ώρα (χωρίς εννοείται το κήρυγμα, που αναπληρώνεται από τις αναγνώσεις στον όρθρο και στην τράπεζα). Ο ρυθμός όμως της ψαλμωδίας και της απαγγελίας είναι τέτοιος, που όχι μόνο δεν κουράζει, αλλά και κρατά σταθερά ζωντανό και παλλόμενο το διάλογο ιερέως και λαού. Στις ενορίες σε πολύ νεωτέρα εποχή πήρε άλλο δρόμο η ψαλμωδία στη θεία λειτουργία, που ασφαλώς δεν είναι παραδοσιακός. Το βάρος δόθηκε στην ψαλμωδία και στην εξεζητημένη μουσική απαγγελία των διακονικών και των ιερατικών εκφωνήσεων.  Κατά την παλαιά τάξη, που τηρείται στο Οικουμενικό Πατριαρχείο και στο Άγιον Όρος, στη θεία λειτουργία ψάλλονται μόνο τα αντίφωνα, τα απολυτίκια, το τρισάγιο, το χερουβικό, το θεομητορικό μεγαλυνάριο, το ‘Είδομεν το φως…’ και το ‘Είη το όνομα Κυρίου…’. Και αυτά σύντομα και απλά, εκτός μόνο από το ‘Δύναμις’ του τρισαγίου, το χερουβικό και το κοινωνικό, καθώς και το ‘Αγαπήσω σε, Κύριε…’ στα μεγάλα συλλείτουργα. Και τούτο γιατί είναι καλυπτήριοι ύμνοι, έχουν δηλαδή προορισμό να καλύψουν ορισμένες ιερατικές πράξεις που γίνονται την ώρα εκείνη, όπως τη μετάβαση στην καθέδρα, την προπαρασκευή του ιερέως και την προσκομιδή και τη θεία κοινωνία, καθώς και τον ασπασμό των συλλειτουργών – αντιστοίχως. Οι ιερατικές εκφωνήσεις, τα διακονικά, τα αναγνώσματα και όλες οι άλλες απαντήσεις του λαού λέγονται μεν εμμελώς, αλλά στο λιτό ύφος της απαγγελίας. Όσο πιο κοντά σ’ αυτό το ύφος βρισκόμαστε, τόσο πιο παραδοσιακή και τόσο πιο λειτουργικά και λογικά σωστή είναι η εκτέλεση των ψαλμάτων αυτών της θείας λειτουργίας. Και ακριβώς στη νωχελική ανατολίτικη ψαλμωδία των ιερατικών εκφωνήσεων και των διακονικών παρακελεύσεων, στη μετατροπή της εμμελούς αναγνώσεως των αναγνωσμάτων και των απαντήσεων του λαού σε ψαλμωδία, βρίσκεται ο κύριος λόγος της καθυστερήσεως κι όχι στο υποτιθέμενο ή πραγματικό μήκος της θείας λειτουργίας.                        

*( Ιωάννου Μ. Φουντούλη, Απαντήσεις εις λειτουργικάς απορίας Δ´, Αποστολική Διακονία)

 

 

ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ
Από την  Σταυρούλα Σταμάτη

 

ΣΥΝΟΜΙΛΩΝΤΑΣ ΜΕ ΤΟΝ ΓΕΡΟΝΤΑ ΠΟΡΦΥΡΙΟ               Της Άννας Κωστάκου

Συνομιλώντας με τον Γέροντα Πορφύριο       Η συγγραφέας που είχε τη μεγάλη ευλογία να τον γνωρίσει, μας μεταφέρει μέσα από τις σελίδες του βιβλίου τις αναμνήσεις της από τις συνομιλίες της μαζί του. Το  μικρό αυτό καλογραμμένο βιβλίο κυκλοφορεί σε μια καλαίσθητη  έκδοση του Ιερού Ησυχαστηρίου Μεταμορφώσεως Σωτήρος, Μήλεσι Ωρωπού.

 

ΓΙΟΡΤΑΣΤΕ ΠΑΙΔΙΑ

Μαλτέζου – Παλιάκη Νεκταρία

 

.

Ένα τρυφερό πλούσια εικονογραφημένο  βιβλίο για μικρά παιδιά από την νεαρή πολύτεκνη μητέρα  Νεκταρία Παλιάκη Μαλτέζου. Μέσα από χαριτωμένους και εύληπτους στίχους δίνει το νόημα των γιορτών του Δωδεκαημέρου  στους μικρούς μας φίλους.   Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΑΘΩΣ/ΠΑΙΔΙΚΑ



[1] Ματθ. 3,16
[2] Ματθ. 28,19

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου